Η φυσική γεωγραφία του υπερφυσικού.
Συζήτηση για το βιβλίο της Μαρώς Τριανταφύλλου «Το διαμέρισμα της οδού Πατησίων/μια αλλόκοτη ιστορία», Εκδόσεις Αίολος, २००६Ανάμεσα στο φως της μέρας και το σκοτάδι της νύχτας μεσολαβεί η μυστηριακή ώρα του ημίφωτος. Ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στο μεταφυσικό παρεμβάλλεται η ρευστή περιοχή του ονειρικού. Αυτή η περιοχή υπήρξε από πολύ παλιά πηγή έμπνευσης για την τέχνη, κυρίως γιατί στην περιγραφή της γεωγραφίας της περιοχής αυτής κατά τεκμήριο οριοθετούμε το alter ego μας, εκείνη την όψη του εαυτού μας που αναδύεται από τα βαθύτερα στρώματα του ασυνείδητου, εκεί που άσβηστες καίνε οι φωτιές των ενστίκτων, χωρίς το λούστρο του καθωσπρεπισμού και τη συμμόρφωση με τους κοινωνικές συμβάσεις.
Άλλωστε ο άνθρωπος ανέκαθεν είχε διττή προσωπικότητα, εκείνη του ερευνητή- λογικού παρατηρητή, και την άλλη, που θέλγεται από τον κρότο του κεραυνού και τη λάμψη της αστραπής και φτιάχνει μουσική από το μουρμούρισμα του ανέμου στα φυλλώματα ή το φλοίσβο των κυμάτων.
Το βιβλίο της Μαρώς Τριανταφύλλου κινείται ακριβώς σ’ αυτήν την ενδιάμεση ονειρική περιοχή, περιγράφει καταστάσεις που έχουν το άρωμα του γιασεμιού και τη μεταξένια ευγένεια των αισθημάτων των άυλων υπάρξεων, χαρτογραφώντας εν τέλει, τη φυσική γεωγραφία του υπερφυσικού.
…………………………………………………………………………………………………………………………………………………
Ο μύθος έχει φαινομενικά τα χαρακτηριστικά μιας αστυνομικής ιστορίας, μπολιασμένης με έντονα υπερβατικά στοιχεία. Μια νεαρή οδοντίατρος νοικιάζει ένα ακατοίκητο για χρόνια διαμέρισμα, στην καρδιά της Αθήνας, στην Πατησίων, για να εγκαταστήσει εκεί το ιατρείο της, και για να κατοικήσει η ίδια. Στο νέο σπίτι της όμως, μετά την εγκατάσταση της, διαισθάνεται την ύπαρξη μιας άγνωστης άυλης παρουσίας, που βήμα το βήμα την παρασύρει σε μια μισο-ονειρική παράλληλη διάσταση, την εισάγει σε μια ερωτική τραγική ιστορία, που συνέβη πριν από χρόνια. Σε μια εικονογράφηση στην πραγματικότητα, της αιώνιας πάλης του Καλού με το Κακό, όπως αυτή από καταβολής κόσμου κατά τους μύθους διεξάγεται, με έπαθλο, είτε την πολύτιμη ψυχή του ανθρώπου, είτε τη δημιουργία χαοτικής και άλογης δυστυχίας. Η ηρωίδα παγιδεύεται ερωτικά από το φάσμα, και οδηγείται στην τελική κρίση- τελετή κάθαρσης, που περιγράφεται με έντονα στοιχεία συναισθηματικής φόρτισης.
Η ιστορία έχει κλειδιά που ξεκλειδώνουν τις πόρτες για να περάσει ο αναγνώστης ομαλά από το ένα στάδιο στο επόμενο, και για γίνει δυνατή η μεταγραφή του υπερρεαλιστικού στην ρεαλιστική καθημερινότητα χωρίς να δημιουργηθεί αρνητική αίσθηση για το «ξένο» και το «ανοίκειο». Είναι αξιοσημείωτη η λεπτότητα και η τέχνη με την οποία χειρίζεται η συγγραφέας τη γλώσσα στα περάσματα αυτά επιτυγχάνοντας εξαιρετικά αποτελέσματα.
Θα αναφερθώ σε μερικά απ’ τα κλειδιά αυτά, έστω περιφραστικά, γιατί πιστεύω ότι μεγάλο ποσοστό του τελικού θετικού αποτελέσματος, οφείλεται σ’ αυτά, συνεπώς θα άξιζαν εδώ την λεπτομερέστερη εξέταση τους, γεγονός όμως που ο χρόνος δεν μας επιτρέπει.
Μυρίζει γιασεμί. Η πρώτη επαφή με την παράλληλη πραγματικότητα που υπάρχει μέσα στο διαμέρισμα. Μια ευγενική λεπτή αίσθηση αρώματος που συνδέει το αόρατο με κάτι φασματικό όπως η λευκότητα του άνθους του γιασεμιού. Αίσθηση που στην συνέχεια ανατρέπεται αφού πλέον το άρωμα αυτό γίνεται βαρύ και ηδονικό μύρο που προσωποποιεί την παρουσία του Δαιμονικού Κακού, της γυναίκας δηλαδή, ηδονικού ζώου.
Το Φ που σχηματίζεται από τη χυμένη ζάχαρη (σελ. 109). Η συγκεκριμενοποίηση της παρουσίας του Φίλιππου. Ήδη έχει βρεθεί ένα σινιάλο αρχικής υλικής επαφής του Φίλιππου με τη Σοφία.
Η ερωτική πράξη του Φίλιππου με την Σοφία. (Σελ. 107). «… λες και ένας τρυφερός εραστής, αόρατος, καμωμένος, από κρύο αέρα, με χάιδευε όσο πιο απαλά μπορούσε. Έκλεισα τα μάτια και παραδόθηκα στην αίσθηση χωρίς να καταλαβαίνω τι κάνω. Κάθε δυνατότητα λογικής επεξεργασίας είχε παραλύσει…» . Μια ερωτική πράξη πνευματικής συνεύρεσης, που όμως έχει ιδιαίτερα ηδονικά σωματικά αποτελέσματα στην ηρωίδα, άλλωστε ας μην λησμονούμε ότι η ερωτική πράξη κυρίως είναι θέμα εγκεφαλικό και φαντασιακό.
Η ερωτική αυτή συνεύρεση με το φάντασμα, κατά την γνώμη μου λειτουργεί σαν τη βασική πράξη – κλειδί, που ανοίγει την πόρτα και οδηγεί στην τελική συνάντηση με τον σωματοποιημένο Φίλιππο. Η συνάντηση αυτή, όπως είναι φυσικό, αν κάτι μπορεί να θεωρηθεί φυσικό στην μη φυσική αυτή κατάσταση, δεν είναι εύκολη μια που δυο ήρωες διαφέρουν σχετικά με τις πραγματικότητες που κινούνται. Κι αν ο Φίλιππος έχει δυνατότητες παρέμβασης στην πραγματικότητα σαν βιαιοθάνατος, η Σοφία πρέπει να διαβεί και αυτή το δικό της δρόμο. Ασφαλώς την καθοδηγεί με λεπτότητα παρασύροντας την σε ένα κυνηγητό μέσα στην πόλη, σε μια ψυχολογική κατάσταση αναστάτωσης, (απόρριψης δηλαδή του λογικού κομματιού της σκέψης της), από την μισο-συνειδητοποίηση της ότι έχει παγιδευτεί, ότι έχει πάρει ένα δρόμο σε μια άλλη διάσταση της πόλης, μέχρι την τελική παράδοση της άνευ όρων και την είσοδο της στην υπερβατική «πραγματικότητα», που υπάρχει ο Φίλιππος.
«κι άπλωσε το χέρι του σαν να με καλούσε κι εγώ έτρεξα, έτρεξα μ’ όλη τη δύναμη που είχα, έτρεξα προς αυτόν, δέχτηκα το κάλεσμα με ανακούφιση. Εκείνη τη στιγμή δεν λογάριαζα τίποτε, ούτε ο θάνατος θα ‘χε σημασία, αν δεν μάθαινα, λες κι απ’ αυτό εξαρτιόταν η ζωή μου ολόκληρη, η ευτυχία μου και κάτι ποιο βαθύ και απερίγραπτο, σαν φωτιά ζωντανή που μας γεννά και που μας καταπίνει...»
«ο δρόμος ήταν μικρός και σκοτεινός, ένα από κείνα τα στενά δρομάκια, τα κάθετα στην Πατησίων....»
«τώρα πήγαινα απλώς με γρήγορα μεγάλα βήματα, κοιτώντας γύρω μου σαν το ζώο, που εξερευνά μια περιοχή, γεμάτο φόβο για το δυνατότερο ζώο που καραδοκεί στις πυκνές λόχμες από λαμαρίνα και φωτιά...»
«είχα την αίσθηση ότι μπορούσα να ακούσω τις ανάσες των ανθρώπων που κοιμόντουσαν ...» κ.λ.π.
Είναι φανερό τελικά ότι η Σοφία έχει περάσει στην παράλληλη διάσταση και έχει αποκτήσει κάποιες από τις ιδιότητες των φασμάτων, που δεν περιορίζονται από τοίχους, και άλλα υλικά εμπόδια.
Λειτουργώντας στην παράλληλη αυτή διάσταση η Σοφία συναντά το Φίλιππο, ο οποίος πλέον της εξομολογείται το ιστορικό του ίδιου και της οικογένειας του και της ζητά να πράξει τα αναγκαία για την λύση του δράματος. Παράλληλα περιγράφει την σκιώδη ύπαρξη των άπειρων βιαιοθάνατων, που δεν αξιώθηκαν μια ταφή σύμφωνη με τους κανόνες, προκειμένου να αναπαυθούν.
Πράγματι η Σοφία ακολουθώντας τις οδηγίες του πραγματώνει την τελετή, συμμετέχοντας σε αυτήν, σε μια ημιπαράφρονα παραληρηματική κατάσταση, που αποδεικνύει την ερωτική της αγάπη προς το φάσμα του Φιλίππου. Μια τελετή με χριστιανικά αλλά ταυτόχρονα και αρχαιοελληνικά χαρακτηριστικά : «δάγκωνε τα χείλια της, «να κοπεί σε δυο μεριές και να αιμορραγήσει, καταπίνοντας ταυτόχρονα το αίμα, το αίμα ρουφώντας το με μανία, αλλά αυτό πάλι ξέφευγε και μικρές κόκκινες σταγονίτσες χύνονταν στο λάκκο, ... και η υγρή γη το ρούφαγε και το κατέβαζε στα σπλάχνα της.» (σελ. 165).
................................................................................................
Οι χαρακτήρες περιγράφονται με αδρότητα εκτός από τους δυο κεντρικούς πρωταγωνιστές, τον Φίλιππο και την Σοφία. Η αδρότητα όμως αυτή δεν χαρακτηρίζεται από την μονοδιάστατη ευκολία της πλειοψηφίας των σύγχρονων μυθιστορημάτων της μόδας, αλλά μάλλον με την αφαιρετική ευγένεια των πρωτοκυλαδικών ειδωλίων που περιέχουν μόνο τα αναγκαία εκείνα για την παρουσία της μορφής, εδώ του χαρακτήρα.
Η κεντρική ηρωίδα της διήγησης, η Σοφία, έχει μεγαλώσει σε μια ευτυχισμένη μεσοαστική οικογένεια, είναι μορφωμένη και ρεαλίστρια, με μια συμπάθεια στα αριστερά και οικολογικά κινήματα, παρά το γεγονός ότι η ίδια δεν φαίνεται να έχει συμμετάσχει ουσιαστικά σε κάποιο απ’ αυτά. Η πνευματική της ισορροπία ακροβατεί σε τεντωμένο σχοινί και τελικά οι απόψεις της σχετικά με το ρεαλιστικό και το μη ρεαλιστικό ανατρέπονται βήμα, βήμα κατά την ροή του μύθου, μέχρι που αποδέχεται πλήρως την παράλληλη υπερβατική πραγματικότητα του Φίλιππου, εισέρχεται σ’ αυτήν, και διαδραματίζει το ρόλο της ιέρειας της τελικής τελετής στην οποία συντελείται η κάθαρση.
Δίπλα στη Σοφία, στέκεται ο Φίλιππος. Έχω την εντύπωση ότι ο Φίλιππος μάλλον είναι η κεντρική περσόνα του βιβλίου, και η Σοφία αποτελεί απλώς το εργαλείο για την ανάπτυξη της δικής του ιστορίας και την τελική της λύση. Όμως αυτή είναι μόνο μια άποψη αφού όπως θα δούμε στο τέλος ο Φίλιππος πιθανόν να είναι ένα φάντασμα alter ego της ηρωίδας. Δεν έχει ασφαλώς μεγάλη σημασία τι από τα δύο συμβαίνει. Το κείμενο της κ. Τριανταφύλλου, όπως κάθε σοβαρό κείμενο είναι ανοικτό σε πολλαπλές αναγνώσεις. Ο Φίλιππος λοιπόν περιγράφεται σαν ένας ευγενικός νεαρός άντρας, που διαθέτει καλοσύνη, πνευματικότητα, κουλτούρα, αλλά ασφαλώς είναι άνθρωπος, υποκύπτει στον πειρασμό της γυναίκας, όμως με τύψεις, αυτοτιμωρείται γι αυτό, διαθέτει δηλαδή, αγιωτικά ή μαρτυρικά χαρακτηριστικά, των πρώτων χριστιανικών χρόνων : «Ήθελα να νικήσω τη σάρκα», εξομολογείται, και παρακάτω: «προσπαθούσα πίσω απ’ όλα αυτά να βρω το σχέδιο του Θεού», ...και: «έσφιγγα τα χέρια μου γύρω από το σώμα μου, ορμούσα με δύναμη από τον ένα τοίχο στον άλλο χτυπώντας το κορμί μου, γέμιζα μελανιές τα μπράτσα μου και περίμενα»...
Απ’ την άλλη η Γιούλα προσωποποιεί την γυναίκα – ηδονικό ζώο – έκφραση της κακίας : «τώρα είχε πάλι το πρόσωπο της. Χτένιζε τα μαλλιά της με τον ίδιο φιλάρεσκο χαμόγελο και ξαφνικά από το στόμα της άρχισαν να βγαίνουν ματωμένοι αφροί χωρίς να πάψει ούτε στιγμή να χαμογελά. ... κι άρχισε να γελάει μ’ ένα γέλιο κακό και τρομαχτικό και το πρόσωπο της έγινε άσχημο, πολύ άσχημο, ζωώδες, ένα πρόσωπο αγριογούρουνου ή κάτι τέτοιο που ταίριαζε με το ζώο απ’ το όνειρο της ρεματιάς...». (σελ. 116). Βέβαια αυτό το ζώο –ηδονή - πειρασμός εκδηλώνει την παρουσία του στη δική μας πραγματικότητα, όπως ήδη είπαμε, με το άρωμα του γιασεμιού, γεγονός που υποδηλώνει ότι το κακό κρύβεται πίσω από μια αθώα παραπλανητική όψη, άλλωστε και η Γιούλα περιγράφεταιι σαν μια παγίδα στημένη έτσι που να σπάσει τους δεσμούς αδελφικής αγάπης ανάμεσα στο Φίλιππο και τον αδελφό του, και να καταστρέψει την οικογένεια τους, στυλοβάτης της οποίας εμφανίζεται η μητέρα τους.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σχετικά περιθωριακή παρουσία του Λουκά, με τον οποίο συνδέεται συναισθηματικά η Σοφία, ο οποίος όμως δεν μπορεί να συναγωνιστεί τον αντίζηλο του, φασματικό Φίλιππο, και πως θα μπορούσε άλλωστε αφού ο Φίλιππος σαν «γέννημα» του μυαλού της Σοφίας, ή ίσως σαν παγίδα φτιαγμένη έτσι ώστε να παγιδέψει ερωτικά την Σοφία, ο Φίλιππος λοιπόν, διαθέτει όλα εκείνα τα ψυχικά και σωματικά χαρακτηριστικά, που διεγείρουν την ηρωίδα, η οποία τελικά πιάνεται στην παγίδα, παρά τις αντιστάσεις της. «... να βλέπω τις λεπτομέρειες μία μία, το στραφτάλισμα των ματιών του, το τρέμισμα των χειλιών, το στήθος του που ανεβοκατέβαινε ρυθμικά, ... , και κάτω απ’ το ύφασμα τόπους, τόπους, το φούσκωμα που δημιουργούσαν στο ύφασμα οι τριχίτσες του στέρνου καθώς σήκωναν ελάχιστα, απειροελάχιστα το ύφασμα, ....» (σελ. 121). Είναι χαρακτηριστικό ότι για την πνευματική επαφή των δυο κεντρικών ηρώων, χρησιμοποιείται ο δρόμος, η γλώσσα των βλεμμάτων που είναι παράθυρα, όπως λέγεται ποιητικά, της ψυχής: «…Συναντήστε το βλέμμα μου απόψε …» (σελ. 77), ή … «κοίταζε εμένα που τον κοιτούσα. Αυτήν τη φορά είδα καθαρά το βλέμμα του μέσα στο σκοτάδι. Έλαμπε, ερχόταν πάνω μου σαν κάτι παγωμένο και επικίνδυνο και μαζί σαν κάτι τρυφερό και παρακλητικό.» και ποιο κάτω « η κοφτερή λάμα μετατρέπεται σε χάδι απαλό και πυκνό, ένα χάδι πολύ ερωτικό που ξεσηκώνει το σώμα και πυρώνει την ψυχή» (σελ. 53)
Παρατηρούμε δηλαδή ότι κατά την ροή της αφήγησης συναντάμε μια σειρά από παγίδες που δεσμεύουν τους ήρωες και αποτελούν την κρυφή ραχοκοκαλιά που στερεώνει την αφήγηση.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………
Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μέσα στην οποία κινούνται οι πρωταγωνιστές του βιβλίου αποπνέει κατά την άποψη μου, μια μουντάδα, μια χειμωνιάτικη ψύχρα, τα χρώματα λείπουν τελείως ή είναι ξεπλυμένα, η παρουσία του μεταφυσικού που είναι παρούσα στο σύνολο σχεδόν της διήγησης, δίδει την αίσθησης ότι απορροφά την υλικότητα της καθημερινότητας δίδοντας της μια ρευστότητα που προσεγγίζει μια φαντασιακή διάσταση κάποιου άλλου κόσμου. Ο παράλληλος αυτός κόσμος συντίθεται από ρεαλιστικά στοιχεία, την οδό Πατησίων, τα δωμάτια, τα ντουλάπια της κουζίνας κ.ο.κ. αλλά με μια αλλοίωση της παρουσίας τους, μιας μετατόπισης τους, ενός επαναπροσδιορισμού των δεσμών που τα συσχετίζουν, μια απώλεια εντέλει της υλικότητας και της βαρύτητας τους.
Και σ’ αυτό ασφαλώς διαφέρει από ένα αστυνομικό διήγημα, που εξορισμού, δομείται σε σκληρά ρεαλιστικά στοιχεία, παίζοντας με αινίγματα που σταδιακά η λύση του ενός οδηγεί στην εμφάνιση του επόμενου. Κατά την γνώμη μου το βιβλίο της κ. Τριανταφύλλου περιέχει ερωτήματα- σφραγισμένα κουτιά που απαιτούν κλειδιά για να ανοίξουν, όπως προαναφέραμε, και τα κλειδιά αυτά δεν είναι ρεαλιστικά στοιχεία, όπως στα αστυνομικά μυθιστορήματα, αλλά αντλούν την ύπαρξη τους από το φαντασιακό – μεταφυσικό σύμπαν.
Θα μπορούσε επίσης κάποιος να το χαρακτηρίσει σαν ένα κλασικό κείμενο με φαντάσματα και βαμπίρ, από αυτά του συρμού, απουσιάζει όμως εδώ το στοιχείο του εντυπωσιασμού, της υπερβολής και του χοντροκομμένου τρόμου, που χαρακτηρίζει αυτό το είδος και στηρίζεται σε φρικιαστικά τρυκ και υπερβολές χυμένης κετσαπ.
Αντίθετα η λεπτότητα που χειρίζεται η συγγραφέας τις ψυχογραφικές καταστάσεις και τα συναισθηματικά τοπία του κειμένου, η λιτότητα της αφήγησης αλλά κυρίως το πλήθος των συμβολιστικών στοιχείων, αντλημένων από την ενδελεχή επιστημονική απασχόληση της με το θέμα του θανάτου και της θρησκειολογίας, μας οδηγεί σε ένα καινούργιο δρόμο, που αντλεί βέβαια τις ρίζες τους κάπου πίσω στα ρομαντικά κείμενα, ποιητικά ή πεζά του 19ου αιώνα της γαλλικής, της γερμανικής ή και της βρετανικής λογοτεχνίας. Εμπλουτισμένα με σύγχρονες εικόνες και μοντέρνα προσέγγιση.
Νομίζω ότι ο δρόμος που ξανά χρησιμοποίησε η κ. Τριανταφύλλου, δρόμος που είχε ευτελιστεί από λαϊκά παραφιλολογικά κείμενα του συρμού, και κατασυκοφαντηθεί από τη σοβαροφανή κριτική, είναι μια φιλολογική προσέγγιση καθόλα αξιόλογη και η εξερεύνηση πρέπει να συνεχιστεί από την ίδια ή άλλους συγγραφείς.
………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
Η γλώσσα που χρησιμοποιείται χαρακτηρίζεται από λιτότητα. Η εκφραστική πυκνότητα του λόγου της κ. Τριανταφύλλου συντελεί στην συνεκτικότητα της αφήγησης, τη λείανση της, ώστε να αναδυθούν οι ψυχογραφικές καταστάσεις και οι σταδιακές κορυφώσεις του τραγικού της ιστορίας ανάγλυφα και ευδιάκριτα, δίχως να δημιουργούν την αίσθηση του ανοίκειου στους αναγνώστες, τουλάχιστον σε μένα, αν και βέβαια η αφήγηση ισορροπεί στιγμές στιγμές στα όρια της λογικής ή μάλλον στα όρια της παρα- λογικής. Η εκφραστική ένταση είναι στενά δεμένη με την ένταση της αφηγηματικής ενδοχώρας. Για παράδειγμα στο σημείο που θρηνεί χωρίς να γνωρίζει την αιτία, θρηνεί ασφαλώς την τραγική κατάσταση του Φίλιππου, αλλά ακόμη δεν το γνωρίζει, ταυτίζεται δηλαδή με αυτόν, συμπάσχει μαζί του, (και αυτό είναι ένα σημαντικό σημείο κλειδί που ξεκλειδώνει την συνέχεια της διήγησης, και δεν αναφέρθηκε παραπάνω), το κείμενο αυτό χαρακτηρίζεται από τη χρήση λέξεων και εικόνων φορτισμένων συναισθηματικά, αλλά χωρίς να ξεφεύγει στον εντυπωσιασμό : «… καθώς σαπούνιζα τα μπράτσα μου κι αναθυμιόμουν όλα αυτά, ένοιωσα ότι έκλαιγα, ότι έκλαιγα πραγματικά. Κυλούσαν μεγάλα χοντρά δάκρυα απ’ τα μάτια μου και λίγο-λίγο ανέβαιναν αναφιλητά από το στήθος μου. … κάθισα μέσα στην μπανιέρα και συνέχισα να σαπουνίζομαι κλαίγοντας, δαγκώνοντας δυνατά τα χείλη και κάποια στιγμή κατάλαβα ότι βαστώντας το σφουγγάρι χτυπούσα το στήθος δυνατά και ρυθμικά κι έπειτα σήκωνα τα χέρια ψηλά πάνω απ’ το κεφάλι χτυπώντας τις παλάμες μεταξύ τους σαν να θρηνούσα. Η λέξη μου ‘ρθε στο μυαλό πύρινη. Τρόμαξα. Ποιον θρηνώ;..» .
Είναι ενδιαφέρον επίσης να αναφερθούμε στη χρονική συνοχή της αφήγησης η οποία αν και εμφανίζει χάσματα δεκαετιών στην παράθεση των πραγματολογικών στοιχείων, δεν νομίζω πως δημιουργεί εμπόδια ή πως λειτουργεί σαν τροχοπέδη εμποδίζοντας την ομαλή ροή του κειμένου. Και αυτό κατά την άποψη μου οφείλεται στην υπόγεια σύνδεση των παρατιθέμενων γεγονότων που επιτρέπουν στον αναγνώστη να γεφυρώσει συνειρμικά τις χρονικές περιόδους που εξελίσσεται η ιστορία. Έτσι η παγίδευση σε ένα χρονικό ενυδρείο-παγίδα του Φίλιππου, που μεταφέρεται αναλλοίωτο τρεις δεκαετίες αργότερα, ενώ γύρω του τα πάντα αλλάζουν, και η επικοινωνία του με την Σοφία που ίσως δεν είχε καν γεννηθεί όταν συνέβαινε το δράμα, δεν ξενίζει και αυτό ασφαλώς πιστώνεται στην δεξιοτεχνία της κ. Τριανταφύλλου. Και είναι ιδιαίτερα σημαντικό λόγω της δυσκολίας περιγραφής του ιδιόμορφου θέματος που περιγράφει. Ή όπως λέγει ο Ελύτης «Ω και αν έχω! Αλλά πως, με τι γίνεται τρόπο να φανερωθεί το «μη λεγόμενον»» (1)
……………………………………………………………………………………………………………………………..
Θα ήθελα να παρατηρήσω επίσης, ότι, αν και η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη και ουσιαστικά αποτελεί μια παράσταση για δυο πρόσωπα, της Σοφίας και του Φίλιππου, μου δημιουργείται η εντύπωση ότι στην πραγματικότητα όλο το κείμενο είναι ένας διαρκής εσωτερικός μονόλογος που εξελίσσεται στην ψυχή της Σοφίας. Ας μου επιτραπεί να προσθέσω ότι, όχι μόνο μια φορά μου έφερε στο μυαλό το θεατρικό έργο Ντυμπούκ, όπου ο αγαπημένος μετά το θάνατό του, εγκαθίσταται στην ψυχή της αγαπημένης του, και λειτουργεί σαν το alter ego της. Αυτή η εσωτερική συνομιλία που περιγράφει η κ. Τριανταφύλλου με λόγια ή χωρίς λόγια, παραπέμπει σε μια ανάλογη κατάσταση αν και δεν αναφέρεται πουθενά έστω σαν νύξη. Υπονοείται όμως ασφαλώς τόσο στην ερωτική πράξη για ένα πρόσωπο που ανέφερα πιο πάνω, όσο και σε πάμπολλα άλλα σημεία.
Κυρίως όμως στην παραλεκτική κατανόηση τους: «Δεν μπορούσα να σκεφθώ τίποτα. Τον άκουγα να μιλά, απλά τον άκουγα να μιλά, αχόρταγα, κι αυτά που έλεγε μου φαινόντουσαν απόλυτα, εντελώς, εντελώς απόλυτα, σωστά. … ένοιωθα όπως το παιδί που μαθαίνει τα λόγια μιας προσευχής χωρίς να τα καταλαβαίνει, αλλά τα επαναλαμβάνει κάθε βράδυ σαν ξόρκι, λες και οι ήχοι έχουν κάποια δύναμη, λες και οι ήχοι αυτών των λέξεων χωρίς ουσιαστικό νόημα, των λέξεων που χάνονται η μια μέσα στην άλλη γιατί είναι τόσο άγνωστες ώστε δεν ξέρει ούτε από πόσες συλλαβές αποτελείται στην πραγματικότητα η κάθε μια, αυτοί οι ήχοι είναι ο δρόμος για το θεό, είναι μια προστασία από μόνες τους, μια προστασία από δαίμονες, βρικόλακες και τσακάλια, προστασία από την απόρριψη, την απουσία, την εγκατάλειψη.» (σελ. 72)
Το νοηματικό συμπέρασμα όσων προανέφερα, οδηγεί σε μια αντιπαράθεση του υλικού-σωματικού με το άυλο – πνευματικό, με αποτέλεσμα που συντριπτικά δικαιώνει το δεύτερο. Έτσι η εικόνα του σωματικού ερωτικού στοιχείου εκπροσωπείται από την γυναίκα παγίδα, την γυναίκα χυδαίο ηδονικό ζώο, την απόλυτη έκφραση της κακίας (« η ψυχή της ήταν στείρα, άγονη. Μόνο αγκάθια φύτρωναν εκεί μέσα. Αγκάθια κι εγωισμός» σελ 135), σε αντίθεση με την έκφραση του πνευματικού εραστή Φιλίππου, επίσης παγίδα, που χαρακτηρίζεται από αιδημοσύνη, ευπρέπεια, υπομονή, εμπνέεται από αγωνίες μεταφυσικές κ.λ.π. . Η Σοφία ταυτίζεται με τον δεύτερο ασφαλώς, δεν της επιτρέπεται και άλλος δρόμος. Ο υπαρκτός σωματικά αγαπημένος επίσης της, Λουκάς, υποχωρεί σε δεύτερο πλάνο, αν και επιστρέφει στο τέλος, σαν σύντροφος -λύση ανάγκης, στην μοναξιά της καθημερινότητας.
Της καθημερινότητας που τα πάντα ισοπεδώνει, αφού όλοι οι πρωταγωνιστές, ακόμη και η δαιμονική Γιούλη εμφανίζεται εξημερωμένη και προσαρμοσμένη σε μια ευπρεπισμένη πραγματικότητα.
Η αφήγηση της κ. Τριανταφύλλου, η ξενάγηση στην γεωγραφία του υπερφυσικού, την οποία μας προσφέρει με το παρόν βιβλίο, ολοκληρώνεται και αποθησαυρίζεται στην ψυχή μας, σαν μια ονειρική ανάμνηση μιας ερωτικής ιστορίας ανάμεσα σε μια νεαρή γυναίκα και ένα φάσμα, σαν μια περιγραφή του έρωτα μ’ ένα νεκρό, που υπάρχει όχι σαν μνήμη αφού δεν τον γνώριζε, αλλά σαν μια αυθύπαρκτη ξένη αλλόκοσμη πνευματική παρουσία. Ίσως λέω εγώ, περιγράφεται μια ερωτική ιστορία με μια περσόνα καθρέφτισμα του αλλότριου, άγνωστου- γνωστού, εαυτού μας. Ή πιθανόν η εναγώνια αναζήτηση της αλήθειας- Θεού, αν και όπως παρατηρεί ο Ο. Ε. «η αλήθεια μόνο έναντι θανάτου δίδεται»*. Ίσως όλα τα παραπάνω μαζί. Ένα πλούσιο ιδεολογικό υφαντό με χαρακτηριστικά παραμυθιού, δηλαδή με υπέρβαση των κανόνων του ρεαλιστικού. Κι ας μη βιαστούν οι πραγματιστές να κοιτάξουν σουφρώνοντας τα φρύδια , γιατί, ας μου επιτραπεί ξανά η παράθεση-παράφραση του στίχου του Ελύτη:
Λάμπουν γύρω μου εκείνα που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπουν. *
Σας ευχαριστώ.
Δ. Κούνδουρος
* «Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει». Οδυσσέας Ελύτης, «τα ελεγεία της οξώπετρας». Οι άλλοι στίχοι που αναφέρονται είναι επίσης από τη συλλογή αυτή.
Άλλωστε ο άνθρωπος ανέκαθεν είχε διττή προσωπικότητα, εκείνη του ερευνητή- λογικού παρατηρητή, και την άλλη, που θέλγεται από τον κρότο του κεραυνού και τη λάμψη της αστραπής και φτιάχνει μουσική από το μουρμούρισμα του ανέμου στα φυλλώματα ή το φλοίσβο των κυμάτων.
Το βιβλίο της Μαρώς Τριανταφύλλου κινείται ακριβώς σ’ αυτήν την ενδιάμεση ονειρική περιοχή, περιγράφει καταστάσεις που έχουν το άρωμα του γιασεμιού και τη μεταξένια ευγένεια των αισθημάτων των άυλων υπάρξεων, χαρτογραφώντας εν τέλει, τη φυσική γεωγραφία του υπερφυσικού.
…………………………………………………………………………………………………………………………………………………
Ο μύθος έχει φαινομενικά τα χαρακτηριστικά μιας αστυνομικής ιστορίας, μπολιασμένης με έντονα υπερβατικά στοιχεία. Μια νεαρή οδοντίατρος νοικιάζει ένα ακατοίκητο για χρόνια διαμέρισμα, στην καρδιά της Αθήνας, στην Πατησίων, για να εγκαταστήσει εκεί το ιατρείο της, και για να κατοικήσει η ίδια. Στο νέο σπίτι της όμως, μετά την εγκατάσταση της, διαισθάνεται την ύπαρξη μιας άγνωστης άυλης παρουσίας, που βήμα το βήμα την παρασύρει σε μια μισο-ονειρική παράλληλη διάσταση, την εισάγει σε μια ερωτική τραγική ιστορία, που συνέβη πριν από χρόνια. Σε μια εικονογράφηση στην πραγματικότητα, της αιώνιας πάλης του Καλού με το Κακό, όπως αυτή από καταβολής κόσμου κατά τους μύθους διεξάγεται, με έπαθλο, είτε την πολύτιμη ψυχή του ανθρώπου, είτε τη δημιουργία χαοτικής και άλογης δυστυχίας. Η ηρωίδα παγιδεύεται ερωτικά από το φάσμα, και οδηγείται στην τελική κρίση- τελετή κάθαρσης, που περιγράφεται με έντονα στοιχεία συναισθηματικής φόρτισης.
Η ιστορία έχει κλειδιά που ξεκλειδώνουν τις πόρτες για να περάσει ο αναγνώστης ομαλά από το ένα στάδιο στο επόμενο, και για γίνει δυνατή η μεταγραφή του υπερρεαλιστικού στην ρεαλιστική καθημερινότητα χωρίς να δημιουργηθεί αρνητική αίσθηση για το «ξένο» και το «ανοίκειο». Είναι αξιοσημείωτη η λεπτότητα και η τέχνη με την οποία χειρίζεται η συγγραφέας τη γλώσσα στα περάσματα αυτά επιτυγχάνοντας εξαιρετικά αποτελέσματα.
Θα αναφερθώ σε μερικά απ’ τα κλειδιά αυτά, έστω περιφραστικά, γιατί πιστεύω ότι μεγάλο ποσοστό του τελικού θετικού αποτελέσματος, οφείλεται σ’ αυτά, συνεπώς θα άξιζαν εδώ την λεπτομερέστερη εξέταση τους, γεγονός όμως που ο χρόνος δεν μας επιτρέπει.
Μυρίζει γιασεμί. Η πρώτη επαφή με την παράλληλη πραγματικότητα που υπάρχει μέσα στο διαμέρισμα. Μια ευγενική λεπτή αίσθηση αρώματος που συνδέει το αόρατο με κάτι φασματικό όπως η λευκότητα του άνθους του γιασεμιού. Αίσθηση που στην συνέχεια ανατρέπεται αφού πλέον το άρωμα αυτό γίνεται βαρύ και ηδονικό μύρο που προσωποποιεί την παρουσία του Δαιμονικού Κακού, της γυναίκας δηλαδή, ηδονικού ζώου.
Το Φ που σχηματίζεται από τη χυμένη ζάχαρη (σελ. 109). Η συγκεκριμενοποίηση της παρουσίας του Φίλιππου. Ήδη έχει βρεθεί ένα σινιάλο αρχικής υλικής επαφής του Φίλιππου με τη Σοφία.
Η ερωτική πράξη του Φίλιππου με την Σοφία. (Σελ. 107). «… λες και ένας τρυφερός εραστής, αόρατος, καμωμένος, από κρύο αέρα, με χάιδευε όσο πιο απαλά μπορούσε. Έκλεισα τα μάτια και παραδόθηκα στην αίσθηση χωρίς να καταλαβαίνω τι κάνω. Κάθε δυνατότητα λογικής επεξεργασίας είχε παραλύσει…» . Μια ερωτική πράξη πνευματικής συνεύρεσης, που όμως έχει ιδιαίτερα ηδονικά σωματικά αποτελέσματα στην ηρωίδα, άλλωστε ας μην λησμονούμε ότι η ερωτική πράξη κυρίως είναι θέμα εγκεφαλικό και φαντασιακό.
Η ερωτική αυτή συνεύρεση με το φάντασμα, κατά την γνώμη μου λειτουργεί σαν τη βασική πράξη – κλειδί, που ανοίγει την πόρτα και οδηγεί στην τελική συνάντηση με τον σωματοποιημένο Φίλιππο. Η συνάντηση αυτή, όπως είναι φυσικό, αν κάτι μπορεί να θεωρηθεί φυσικό στην μη φυσική αυτή κατάσταση, δεν είναι εύκολη μια που δυο ήρωες διαφέρουν σχετικά με τις πραγματικότητες που κινούνται. Κι αν ο Φίλιππος έχει δυνατότητες παρέμβασης στην πραγματικότητα σαν βιαιοθάνατος, η Σοφία πρέπει να διαβεί και αυτή το δικό της δρόμο. Ασφαλώς την καθοδηγεί με λεπτότητα παρασύροντας την σε ένα κυνηγητό μέσα στην πόλη, σε μια ψυχολογική κατάσταση αναστάτωσης, (απόρριψης δηλαδή του λογικού κομματιού της σκέψης της), από την μισο-συνειδητοποίηση της ότι έχει παγιδευτεί, ότι έχει πάρει ένα δρόμο σε μια άλλη διάσταση της πόλης, μέχρι την τελική παράδοση της άνευ όρων και την είσοδο της στην υπερβατική «πραγματικότητα», που υπάρχει ο Φίλιππος.
«κι άπλωσε το χέρι του σαν να με καλούσε κι εγώ έτρεξα, έτρεξα μ’ όλη τη δύναμη που είχα, έτρεξα προς αυτόν, δέχτηκα το κάλεσμα με ανακούφιση. Εκείνη τη στιγμή δεν λογάριαζα τίποτε, ούτε ο θάνατος θα ‘χε σημασία, αν δεν μάθαινα, λες κι απ’ αυτό εξαρτιόταν η ζωή μου ολόκληρη, η ευτυχία μου και κάτι ποιο βαθύ και απερίγραπτο, σαν φωτιά ζωντανή που μας γεννά και που μας καταπίνει...»
«ο δρόμος ήταν μικρός και σκοτεινός, ένα από κείνα τα στενά δρομάκια, τα κάθετα στην Πατησίων....»
«τώρα πήγαινα απλώς με γρήγορα μεγάλα βήματα, κοιτώντας γύρω μου σαν το ζώο, που εξερευνά μια περιοχή, γεμάτο φόβο για το δυνατότερο ζώο που καραδοκεί στις πυκνές λόχμες από λαμαρίνα και φωτιά...»
«είχα την αίσθηση ότι μπορούσα να ακούσω τις ανάσες των ανθρώπων που κοιμόντουσαν ...» κ.λ.π.
Είναι φανερό τελικά ότι η Σοφία έχει περάσει στην παράλληλη διάσταση και έχει αποκτήσει κάποιες από τις ιδιότητες των φασμάτων, που δεν περιορίζονται από τοίχους, και άλλα υλικά εμπόδια.
Λειτουργώντας στην παράλληλη αυτή διάσταση η Σοφία συναντά το Φίλιππο, ο οποίος πλέον της εξομολογείται το ιστορικό του ίδιου και της οικογένειας του και της ζητά να πράξει τα αναγκαία για την λύση του δράματος. Παράλληλα περιγράφει την σκιώδη ύπαρξη των άπειρων βιαιοθάνατων, που δεν αξιώθηκαν μια ταφή σύμφωνη με τους κανόνες, προκειμένου να αναπαυθούν.
Πράγματι η Σοφία ακολουθώντας τις οδηγίες του πραγματώνει την τελετή, συμμετέχοντας σε αυτήν, σε μια ημιπαράφρονα παραληρηματική κατάσταση, που αποδεικνύει την ερωτική της αγάπη προς το φάσμα του Φιλίππου. Μια τελετή με χριστιανικά αλλά ταυτόχρονα και αρχαιοελληνικά χαρακτηριστικά : «δάγκωνε τα χείλια της, «να κοπεί σε δυο μεριές και να αιμορραγήσει, καταπίνοντας ταυτόχρονα το αίμα, το αίμα ρουφώντας το με μανία, αλλά αυτό πάλι ξέφευγε και μικρές κόκκινες σταγονίτσες χύνονταν στο λάκκο, ... και η υγρή γη το ρούφαγε και το κατέβαζε στα σπλάχνα της.» (σελ. 165).
................................................................................................
Οι χαρακτήρες περιγράφονται με αδρότητα εκτός από τους δυο κεντρικούς πρωταγωνιστές, τον Φίλιππο και την Σοφία. Η αδρότητα όμως αυτή δεν χαρακτηρίζεται από την μονοδιάστατη ευκολία της πλειοψηφίας των σύγχρονων μυθιστορημάτων της μόδας, αλλά μάλλον με την αφαιρετική ευγένεια των πρωτοκυλαδικών ειδωλίων που περιέχουν μόνο τα αναγκαία εκείνα για την παρουσία της μορφής, εδώ του χαρακτήρα.
Η κεντρική ηρωίδα της διήγησης, η Σοφία, έχει μεγαλώσει σε μια ευτυχισμένη μεσοαστική οικογένεια, είναι μορφωμένη και ρεαλίστρια, με μια συμπάθεια στα αριστερά και οικολογικά κινήματα, παρά το γεγονός ότι η ίδια δεν φαίνεται να έχει συμμετάσχει ουσιαστικά σε κάποιο απ’ αυτά. Η πνευματική της ισορροπία ακροβατεί σε τεντωμένο σχοινί και τελικά οι απόψεις της σχετικά με το ρεαλιστικό και το μη ρεαλιστικό ανατρέπονται βήμα, βήμα κατά την ροή του μύθου, μέχρι που αποδέχεται πλήρως την παράλληλη υπερβατική πραγματικότητα του Φίλιππου, εισέρχεται σ’ αυτήν, και διαδραματίζει το ρόλο της ιέρειας της τελικής τελετής στην οποία συντελείται η κάθαρση.
Δίπλα στη Σοφία, στέκεται ο Φίλιππος. Έχω την εντύπωση ότι ο Φίλιππος μάλλον είναι η κεντρική περσόνα του βιβλίου, και η Σοφία αποτελεί απλώς το εργαλείο για την ανάπτυξη της δικής του ιστορίας και την τελική της λύση. Όμως αυτή είναι μόνο μια άποψη αφού όπως θα δούμε στο τέλος ο Φίλιππος πιθανόν να είναι ένα φάντασμα alter ego της ηρωίδας. Δεν έχει ασφαλώς μεγάλη σημασία τι από τα δύο συμβαίνει. Το κείμενο της κ. Τριανταφύλλου, όπως κάθε σοβαρό κείμενο είναι ανοικτό σε πολλαπλές αναγνώσεις. Ο Φίλιππος λοιπόν περιγράφεται σαν ένας ευγενικός νεαρός άντρας, που διαθέτει καλοσύνη, πνευματικότητα, κουλτούρα, αλλά ασφαλώς είναι άνθρωπος, υποκύπτει στον πειρασμό της γυναίκας, όμως με τύψεις, αυτοτιμωρείται γι αυτό, διαθέτει δηλαδή, αγιωτικά ή μαρτυρικά χαρακτηριστικά, των πρώτων χριστιανικών χρόνων : «Ήθελα να νικήσω τη σάρκα», εξομολογείται, και παρακάτω: «προσπαθούσα πίσω απ’ όλα αυτά να βρω το σχέδιο του Θεού», ...και: «έσφιγγα τα χέρια μου γύρω από το σώμα μου, ορμούσα με δύναμη από τον ένα τοίχο στον άλλο χτυπώντας το κορμί μου, γέμιζα μελανιές τα μπράτσα μου και περίμενα»...
Απ’ την άλλη η Γιούλα προσωποποιεί την γυναίκα – ηδονικό ζώο – έκφραση της κακίας : «τώρα είχε πάλι το πρόσωπο της. Χτένιζε τα μαλλιά της με τον ίδιο φιλάρεσκο χαμόγελο και ξαφνικά από το στόμα της άρχισαν να βγαίνουν ματωμένοι αφροί χωρίς να πάψει ούτε στιγμή να χαμογελά. ... κι άρχισε να γελάει μ’ ένα γέλιο κακό και τρομαχτικό και το πρόσωπο της έγινε άσχημο, πολύ άσχημο, ζωώδες, ένα πρόσωπο αγριογούρουνου ή κάτι τέτοιο που ταίριαζε με το ζώο απ’ το όνειρο της ρεματιάς...». (σελ. 116). Βέβαια αυτό το ζώο –ηδονή - πειρασμός εκδηλώνει την παρουσία του στη δική μας πραγματικότητα, όπως ήδη είπαμε, με το άρωμα του γιασεμιού, γεγονός που υποδηλώνει ότι το κακό κρύβεται πίσω από μια αθώα παραπλανητική όψη, άλλωστε και η Γιούλα περιγράφεταιι σαν μια παγίδα στημένη έτσι που να σπάσει τους δεσμούς αδελφικής αγάπης ανάμεσα στο Φίλιππο και τον αδελφό του, και να καταστρέψει την οικογένεια τους, στυλοβάτης της οποίας εμφανίζεται η μητέρα τους.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σχετικά περιθωριακή παρουσία του Λουκά, με τον οποίο συνδέεται συναισθηματικά η Σοφία, ο οποίος όμως δεν μπορεί να συναγωνιστεί τον αντίζηλο του, φασματικό Φίλιππο, και πως θα μπορούσε άλλωστε αφού ο Φίλιππος σαν «γέννημα» του μυαλού της Σοφίας, ή ίσως σαν παγίδα φτιαγμένη έτσι ώστε να παγιδέψει ερωτικά την Σοφία, ο Φίλιππος λοιπόν, διαθέτει όλα εκείνα τα ψυχικά και σωματικά χαρακτηριστικά, που διεγείρουν την ηρωίδα, η οποία τελικά πιάνεται στην παγίδα, παρά τις αντιστάσεις της. «... να βλέπω τις λεπτομέρειες μία μία, το στραφτάλισμα των ματιών του, το τρέμισμα των χειλιών, το στήθος του που ανεβοκατέβαινε ρυθμικά, ... , και κάτω απ’ το ύφασμα τόπους, τόπους, το φούσκωμα που δημιουργούσαν στο ύφασμα οι τριχίτσες του στέρνου καθώς σήκωναν ελάχιστα, απειροελάχιστα το ύφασμα, ....» (σελ. 121). Είναι χαρακτηριστικό ότι για την πνευματική επαφή των δυο κεντρικών ηρώων, χρησιμοποιείται ο δρόμος, η γλώσσα των βλεμμάτων που είναι παράθυρα, όπως λέγεται ποιητικά, της ψυχής: «…Συναντήστε το βλέμμα μου απόψε …» (σελ. 77), ή … «κοίταζε εμένα που τον κοιτούσα. Αυτήν τη φορά είδα καθαρά το βλέμμα του μέσα στο σκοτάδι. Έλαμπε, ερχόταν πάνω μου σαν κάτι παγωμένο και επικίνδυνο και μαζί σαν κάτι τρυφερό και παρακλητικό.» και ποιο κάτω « η κοφτερή λάμα μετατρέπεται σε χάδι απαλό και πυκνό, ένα χάδι πολύ ερωτικό που ξεσηκώνει το σώμα και πυρώνει την ψυχή» (σελ. 53)
Παρατηρούμε δηλαδή ότι κατά την ροή της αφήγησης συναντάμε μια σειρά από παγίδες που δεσμεύουν τους ήρωες και αποτελούν την κρυφή ραχοκοκαλιά που στερεώνει την αφήγηση.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………
Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μέσα στην οποία κινούνται οι πρωταγωνιστές του βιβλίου αποπνέει κατά την άποψη μου, μια μουντάδα, μια χειμωνιάτικη ψύχρα, τα χρώματα λείπουν τελείως ή είναι ξεπλυμένα, η παρουσία του μεταφυσικού που είναι παρούσα στο σύνολο σχεδόν της διήγησης, δίδει την αίσθησης ότι απορροφά την υλικότητα της καθημερινότητας δίδοντας της μια ρευστότητα που προσεγγίζει μια φαντασιακή διάσταση κάποιου άλλου κόσμου. Ο παράλληλος αυτός κόσμος συντίθεται από ρεαλιστικά στοιχεία, την οδό Πατησίων, τα δωμάτια, τα ντουλάπια της κουζίνας κ.ο.κ. αλλά με μια αλλοίωση της παρουσίας τους, μιας μετατόπισης τους, ενός επαναπροσδιορισμού των δεσμών που τα συσχετίζουν, μια απώλεια εντέλει της υλικότητας και της βαρύτητας τους.
Και σ’ αυτό ασφαλώς διαφέρει από ένα αστυνομικό διήγημα, που εξορισμού, δομείται σε σκληρά ρεαλιστικά στοιχεία, παίζοντας με αινίγματα που σταδιακά η λύση του ενός οδηγεί στην εμφάνιση του επόμενου. Κατά την γνώμη μου το βιβλίο της κ. Τριανταφύλλου περιέχει ερωτήματα- σφραγισμένα κουτιά που απαιτούν κλειδιά για να ανοίξουν, όπως προαναφέραμε, και τα κλειδιά αυτά δεν είναι ρεαλιστικά στοιχεία, όπως στα αστυνομικά μυθιστορήματα, αλλά αντλούν την ύπαρξη τους από το φαντασιακό – μεταφυσικό σύμπαν.
Θα μπορούσε επίσης κάποιος να το χαρακτηρίσει σαν ένα κλασικό κείμενο με φαντάσματα και βαμπίρ, από αυτά του συρμού, απουσιάζει όμως εδώ το στοιχείο του εντυπωσιασμού, της υπερβολής και του χοντροκομμένου τρόμου, που χαρακτηρίζει αυτό το είδος και στηρίζεται σε φρικιαστικά τρυκ και υπερβολές χυμένης κετσαπ.
Αντίθετα η λεπτότητα που χειρίζεται η συγγραφέας τις ψυχογραφικές καταστάσεις και τα συναισθηματικά τοπία του κειμένου, η λιτότητα της αφήγησης αλλά κυρίως το πλήθος των συμβολιστικών στοιχείων, αντλημένων από την ενδελεχή επιστημονική απασχόληση της με το θέμα του θανάτου και της θρησκειολογίας, μας οδηγεί σε ένα καινούργιο δρόμο, που αντλεί βέβαια τις ρίζες τους κάπου πίσω στα ρομαντικά κείμενα, ποιητικά ή πεζά του 19ου αιώνα της γαλλικής, της γερμανικής ή και της βρετανικής λογοτεχνίας. Εμπλουτισμένα με σύγχρονες εικόνες και μοντέρνα προσέγγιση.
Νομίζω ότι ο δρόμος που ξανά χρησιμοποίησε η κ. Τριανταφύλλου, δρόμος που είχε ευτελιστεί από λαϊκά παραφιλολογικά κείμενα του συρμού, και κατασυκοφαντηθεί από τη σοβαροφανή κριτική, είναι μια φιλολογική προσέγγιση καθόλα αξιόλογη και η εξερεύνηση πρέπει να συνεχιστεί από την ίδια ή άλλους συγγραφείς.
………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
Η γλώσσα που χρησιμοποιείται χαρακτηρίζεται από λιτότητα. Η εκφραστική πυκνότητα του λόγου της κ. Τριανταφύλλου συντελεί στην συνεκτικότητα της αφήγησης, τη λείανση της, ώστε να αναδυθούν οι ψυχογραφικές καταστάσεις και οι σταδιακές κορυφώσεις του τραγικού της ιστορίας ανάγλυφα και ευδιάκριτα, δίχως να δημιουργούν την αίσθηση του ανοίκειου στους αναγνώστες, τουλάχιστον σε μένα, αν και βέβαια η αφήγηση ισορροπεί στιγμές στιγμές στα όρια της λογικής ή μάλλον στα όρια της παρα- λογικής. Η εκφραστική ένταση είναι στενά δεμένη με την ένταση της αφηγηματικής ενδοχώρας. Για παράδειγμα στο σημείο που θρηνεί χωρίς να γνωρίζει την αιτία, θρηνεί ασφαλώς την τραγική κατάσταση του Φίλιππου, αλλά ακόμη δεν το γνωρίζει, ταυτίζεται δηλαδή με αυτόν, συμπάσχει μαζί του, (και αυτό είναι ένα σημαντικό σημείο κλειδί που ξεκλειδώνει την συνέχεια της διήγησης, και δεν αναφέρθηκε παραπάνω), το κείμενο αυτό χαρακτηρίζεται από τη χρήση λέξεων και εικόνων φορτισμένων συναισθηματικά, αλλά χωρίς να ξεφεύγει στον εντυπωσιασμό : «… καθώς σαπούνιζα τα μπράτσα μου κι αναθυμιόμουν όλα αυτά, ένοιωσα ότι έκλαιγα, ότι έκλαιγα πραγματικά. Κυλούσαν μεγάλα χοντρά δάκρυα απ’ τα μάτια μου και λίγο-λίγο ανέβαιναν αναφιλητά από το στήθος μου. … κάθισα μέσα στην μπανιέρα και συνέχισα να σαπουνίζομαι κλαίγοντας, δαγκώνοντας δυνατά τα χείλη και κάποια στιγμή κατάλαβα ότι βαστώντας το σφουγγάρι χτυπούσα το στήθος δυνατά και ρυθμικά κι έπειτα σήκωνα τα χέρια ψηλά πάνω απ’ το κεφάλι χτυπώντας τις παλάμες μεταξύ τους σαν να θρηνούσα. Η λέξη μου ‘ρθε στο μυαλό πύρινη. Τρόμαξα. Ποιον θρηνώ;..» .
Είναι ενδιαφέρον επίσης να αναφερθούμε στη χρονική συνοχή της αφήγησης η οποία αν και εμφανίζει χάσματα δεκαετιών στην παράθεση των πραγματολογικών στοιχείων, δεν νομίζω πως δημιουργεί εμπόδια ή πως λειτουργεί σαν τροχοπέδη εμποδίζοντας την ομαλή ροή του κειμένου. Και αυτό κατά την άποψη μου οφείλεται στην υπόγεια σύνδεση των παρατιθέμενων γεγονότων που επιτρέπουν στον αναγνώστη να γεφυρώσει συνειρμικά τις χρονικές περιόδους που εξελίσσεται η ιστορία. Έτσι η παγίδευση σε ένα χρονικό ενυδρείο-παγίδα του Φίλιππου, που μεταφέρεται αναλλοίωτο τρεις δεκαετίες αργότερα, ενώ γύρω του τα πάντα αλλάζουν, και η επικοινωνία του με την Σοφία που ίσως δεν είχε καν γεννηθεί όταν συνέβαινε το δράμα, δεν ξενίζει και αυτό ασφαλώς πιστώνεται στην δεξιοτεχνία της κ. Τριανταφύλλου. Και είναι ιδιαίτερα σημαντικό λόγω της δυσκολίας περιγραφής του ιδιόμορφου θέματος που περιγράφει. Ή όπως λέγει ο Ελύτης «Ω και αν έχω! Αλλά πως, με τι γίνεται τρόπο να φανερωθεί το «μη λεγόμενον»» (1)
……………………………………………………………………………………………………………………………..
Θα ήθελα να παρατηρήσω επίσης, ότι, αν και η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη και ουσιαστικά αποτελεί μια παράσταση για δυο πρόσωπα, της Σοφίας και του Φίλιππου, μου δημιουργείται η εντύπωση ότι στην πραγματικότητα όλο το κείμενο είναι ένας διαρκής εσωτερικός μονόλογος που εξελίσσεται στην ψυχή της Σοφίας. Ας μου επιτραπεί να προσθέσω ότι, όχι μόνο μια φορά μου έφερε στο μυαλό το θεατρικό έργο Ντυμπούκ, όπου ο αγαπημένος μετά το θάνατό του, εγκαθίσταται στην ψυχή της αγαπημένης του, και λειτουργεί σαν το alter ego της. Αυτή η εσωτερική συνομιλία που περιγράφει η κ. Τριανταφύλλου με λόγια ή χωρίς λόγια, παραπέμπει σε μια ανάλογη κατάσταση αν και δεν αναφέρεται πουθενά έστω σαν νύξη. Υπονοείται όμως ασφαλώς τόσο στην ερωτική πράξη για ένα πρόσωπο που ανέφερα πιο πάνω, όσο και σε πάμπολλα άλλα σημεία.
Κυρίως όμως στην παραλεκτική κατανόηση τους: «Δεν μπορούσα να σκεφθώ τίποτα. Τον άκουγα να μιλά, απλά τον άκουγα να μιλά, αχόρταγα, κι αυτά που έλεγε μου φαινόντουσαν απόλυτα, εντελώς, εντελώς απόλυτα, σωστά. … ένοιωθα όπως το παιδί που μαθαίνει τα λόγια μιας προσευχής χωρίς να τα καταλαβαίνει, αλλά τα επαναλαμβάνει κάθε βράδυ σαν ξόρκι, λες και οι ήχοι έχουν κάποια δύναμη, λες και οι ήχοι αυτών των λέξεων χωρίς ουσιαστικό νόημα, των λέξεων που χάνονται η μια μέσα στην άλλη γιατί είναι τόσο άγνωστες ώστε δεν ξέρει ούτε από πόσες συλλαβές αποτελείται στην πραγματικότητα η κάθε μια, αυτοί οι ήχοι είναι ο δρόμος για το θεό, είναι μια προστασία από μόνες τους, μια προστασία από δαίμονες, βρικόλακες και τσακάλια, προστασία από την απόρριψη, την απουσία, την εγκατάλειψη.» (σελ. 72)
Το νοηματικό συμπέρασμα όσων προανέφερα, οδηγεί σε μια αντιπαράθεση του υλικού-σωματικού με το άυλο – πνευματικό, με αποτέλεσμα που συντριπτικά δικαιώνει το δεύτερο. Έτσι η εικόνα του σωματικού ερωτικού στοιχείου εκπροσωπείται από την γυναίκα παγίδα, την γυναίκα χυδαίο ηδονικό ζώο, την απόλυτη έκφραση της κακίας (« η ψυχή της ήταν στείρα, άγονη. Μόνο αγκάθια φύτρωναν εκεί μέσα. Αγκάθια κι εγωισμός» σελ 135), σε αντίθεση με την έκφραση του πνευματικού εραστή Φιλίππου, επίσης παγίδα, που χαρακτηρίζεται από αιδημοσύνη, ευπρέπεια, υπομονή, εμπνέεται από αγωνίες μεταφυσικές κ.λ.π. . Η Σοφία ταυτίζεται με τον δεύτερο ασφαλώς, δεν της επιτρέπεται και άλλος δρόμος. Ο υπαρκτός σωματικά αγαπημένος επίσης της, Λουκάς, υποχωρεί σε δεύτερο πλάνο, αν και επιστρέφει στο τέλος, σαν σύντροφος -λύση ανάγκης, στην μοναξιά της καθημερινότητας.
Της καθημερινότητας που τα πάντα ισοπεδώνει, αφού όλοι οι πρωταγωνιστές, ακόμη και η δαιμονική Γιούλη εμφανίζεται εξημερωμένη και προσαρμοσμένη σε μια ευπρεπισμένη πραγματικότητα.
Η αφήγηση της κ. Τριανταφύλλου, η ξενάγηση στην γεωγραφία του υπερφυσικού, την οποία μας προσφέρει με το παρόν βιβλίο, ολοκληρώνεται και αποθησαυρίζεται στην ψυχή μας, σαν μια ονειρική ανάμνηση μιας ερωτικής ιστορίας ανάμεσα σε μια νεαρή γυναίκα και ένα φάσμα, σαν μια περιγραφή του έρωτα μ’ ένα νεκρό, που υπάρχει όχι σαν μνήμη αφού δεν τον γνώριζε, αλλά σαν μια αυθύπαρκτη ξένη αλλόκοσμη πνευματική παρουσία. Ίσως λέω εγώ, περιγράφεται μια ερωτική ιστορία με μια περσόνα καθρέφτισμα του αλλότριου, άγνωστου- γνωστού, εαυτού μας. Ή πιθανόν η εναγώνια αναζήτηση της αλήθειας- Θεού, αν και όπως παρατηρεί ο Ο. Ε. «η αλήθεια μόνο έναντι θανάτου δίδεται»*. Ίσως όλα τα παραπάνω μαζί. Ένα πλούσιο ιδεολογικό υφαντό με χαρακτηριστικά παραμυθιού, δηλαδή με υπέρβαση των κανόνων του ρεαλιστικού. Κι ας μη βιαστούν οι πραγματιστές να κοιτάξουν σουφρώνοντας τα φρύδια , γιατί, ας μου επιτραπεί ξανά η παράθεση-παράφραση του στίχου του Ελύτη:
Λάμπουν γύρω μου εκείνα που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπουν. *
Σας ευχαριστώ.
Δ. Κούνδουρος
* «Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει». Οδυσσέας Ελύτης, «τα ελεγεία της οξώπετρας». Οι άλλοι στίχοι που αναφέρονται είναι επίσης από τη συλλογή αυτή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου