Του αθέατου θανάτου χελιδόνια
ΑΥΓΗ 12/10/2008
Της Ρίτσας ΦΡΑΓΚΟΥ-ΚΙΚΙΛΙΑ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ, "Γυναίκες χωρίς πρόσωπο", μυθιστόρημα, Εμπειρία Εκδοτική, σελ. 430
Αχ Ισμήνη ! Πώς έστριψε τώρα ο καιρός/ Σε λίθινη πλεχτή εποχή, σε παγετώνες/ Άγριους στο χάδι !/ Στους διαδρόμους του HOTEL ATHINEON/ Αλβανοί, αιθίοπες, ασιάτες/, Ιερογλυφικά του αθέατου θανάτου χελιδόνια/ Αχ, Ισμήνη!/ Φυσάει ένας κρύος αέρας τις νύχτες στο κρεβάτι σου/ Στις παράξενες που ταξιδεύεις χώρες/ Στις παρόδους της πλατείας Βάθης ίσκιοι φτεροκοπούν/ Στο γυμνό σου σώμα οι σκιές/ Στα γυμνά σου μάτια οι σκιές/ γλιστρούν/.
Το παραπάνω απόσπασμα από το ποίημα του Δημήτρη Κούνδουρου «Ισμήνη» της συλλογής Μυθογραφία το θεώρησα ως μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική ουβερτούρα στην τραγωδία που συνέθεσε ο συγγραφέας μετατρέποντας την πραγματικότητα στο βιβλίο Γυναίκες χωρίς πρόσωπο σε μυθοπλασία, μαστιγώνοντας έτσι την «κριτική» μας στάση, έτσι δηλαδή όπως μας αρέσει να αποκαλούμε την αδιαφορία μας, εμείς οι ανίδεοι και οι χορτάτοι. Στο κρεβάτι της Ισμήνης, φυσάει ένας κρύος αέρας τις νύχτες. Έτσι ακριβώς όπως και για τον Λειβαδίτη «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου». Αυτός όμως -ας πούμε- υπήρξε πιο τυχερός από τη Μίλα απ’ το Κόσοβο, τη Μασάρ απ’ τη Σιέρα Λεόνε, τη Νάντια απ’ το Κίεβο και τη δική μας Στέλλα... Αναρωτιέμαι «γιατί» και ντρέπομαι που αναρωτιέμαι.
Η ιστορία είναι λίγο πολύ πια συνηθισμένη. Τέσσερις γυναίκες, που κάθε μια κουβαλάει το προσωπικό της δράμα, συναντιούνται σ’ ένα χαμαιτυπείο της επαρχίας. Ως εργαζόμενες. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αγαπημένους, πελάτες, προστάτες, νταβατζήδες, αστυνομικούς μέσα στο κόλπο, και το μεγάλο αφεντικό. Όχι βέβαια ο Κορλεόνε αλλά περσόνες του. Της κακιάς ώρας φυσικά, αλλά ποιος μπορεί ν’ αποφύγει αυτή την κακιά ώρα που όμως, χτύπησε άλλες πατρίδες, άλλους ανθρώπους, στην προκειμένη περίπτωση άλλες γυναίκες...
Το 1989 άρχισα να ξανασκέφτομαι τον Γεφτουσένκο και τον γίγαντά του με τα πήλινα πόδια…. Ρε, μπας κι είχε δίκιο τότε; αναρωτήθηκα, αλλά παρά το γεγονός ότι καταλάβαινα τις σκοπιμότητες αυτής της σύνθεσης, αυτή τη σκέψη την απώθησα... Επακολούθησαν τα γνωστά γεγονότα και ποιος να κάτσει να σκεφτεί ποιος είχε το δίκιο και ποιος είχε το άδικο, μπροστά στον ανεμοστρόβιλο που φύσηξε και, εδώ που τα λέμε, δεν λέει να σταματήσει. Ο Δημήτρης Κούνδουρος όμως τα έπραξε, προφανώς διότι θα παρατήρησε ότι την εποχή εκείνη που διαδραματίζεται η τραγική ιστορία του, ο Ξένιος Ζεύς μας ύπνωττε ύπνον βαθύν και ασκανδάλιστον, και φυσικά δεν πήρε τίποτε χαμπάρι. Λέμε τώρα.
Βεβαίως πρόκειται για ένα βιβλίο καθαρά πολιτικό. Επί τροχάδην, όπως προανέφερα στο παραπάνω ανιόν σχήμα (από αγαπημένος οι βαθμίδες φτάνουν στον «Μπάρμπα», τον Big Boss) με δυο λόγια τι συμβαίνει: ο μύθος είναι απλός και ατυχώς γνωστός, όσο κι αν κλείνουμε τα μάτια. Βρήκαμε γυναίκες, κατά κανόνα αλλοδαπές, και τις εκδίδουμε. Δήθεν τις ερωτευόμαστε. Κατόπιν αδιαφορούμε, ύστερα τις απειλούμε, μετά τις δέρνουμε, αν λάχει κι όλας τις χαρακώνουμε λιγάκι προς εκφοβισμόν, ή και για δικούς μας φόβους, ενίοτε τις σκοτώνουμε. Έτσι κι αλλιώς δεν θα τις αναζητήσει κανείς. Ανάμεσα στις γυναίκες αυτές είναι και μία ελληνίδα, η Στέλλα (συγγραφικό εύρημα ή όχι, ο Κούνδουρος μοιράζει ίσα κομμάτια από την πίτα της αδικίας, εμποδίζοντας τον αναγνώστη να σκεφτεί πως «αυτά» τα κάνουν μόνον σε ξένες...). Η κατάληξη αυτών των γυναικών του μυθιστορήματος είναι τραγική. Κι όλες τελικά μέσα σε μια αθωότητα που προκαλεί ο υπέρτατος φόβος.
Το βιβλίο είναι ένα αντιμυθιστόρημα. Ο συγγραφέας σπάζει το χρόνο σε χίλια κομμάτια, όπως ακριβώς σπάει ένας καθρέφτης και στα κομματάκια του φαίνονται φιγούρες διαλυμένες απ’ τις γυναίκες αυτές. Flashback, παρελθόν, πετάγματα στο μέλλον, κρατιούνται δεμένα από μια κλωστή -θαρρείς εύθραυστη μα δε σπάει ποτέ.
Οι ιστορίες των γυναικών συμπλέκονται-κινούνται ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, ανάμεσα στη ντροπή, μάλλον θα έλεγα την καταισχύνη, την υποχώρηση εξ αιτίας του τρόμου του ξυλοδαρμού, την αθλιότητα των ναρκωτικών, αλλά και το όνειρο μιας ζωής σαν τριαντάφυλλο. Άλλωστε, αυτό δεν ήταν κι αυτή που τραγούδησε το αθάνατο La vie en rose; Δρόμος - Μπαρ - Ψευδαίσθηση - και όλα τα γνωστά...
Η αφήγηση άλλοτε πρωτοπρόσωπη άλλοτε τριτοπρόσωπη, τόσο ζωντανή που πολλές φορές δημιουργείται η εντύπωση πως μιλούν κι οι πεθαμένοι. Η παρατηρητικότητα του συγγραφέα δίνει περιγραφές ολοζώντανες, όπως: «Η φύση σαν πίνακας ζωγραφικής, τα χρώματα των πετρωμάτων ολοζώντανα, τα καπηλειά...».
Ο υπαινικτικός λόγος, που παίζει με όλους και με όλα, είναι σαν να προκαλεί τη γνώση και την ευαισθησία του αναγνώστη. Π.χ., «Θ’ ακούσω τη μουσική της Δημιουργίας» (σ. 95), με κάνει να σκέφτομαι τη μουσική των ουράνιων σφαιρών που άκουγε κι ερμήνευε ο Πυθαγόρας, καθώς βεβαίως και οι Ορφικοί. Υπάρχουν παραπομπές ονομαστί στον Σάρτρ «Οι κόλαση είναι οι άλλοι», ενώ οι γυναίκες του Κούνδουρου, χωρίς καν να γνωρίζουν τον Rimbaud, θα φώναζαν Je est un autre (εγώ είναι ένας άλλος), γιατί σίγουρα ζούσαν Une saison a l’enfer (μια εποχή στην κόλαση) ή αλλιώς στη φωλιά του κούκου (σ. 286). Η εντιμότητα του Κούνδουρου δε ως συγγραφέως καθρεφτίζεται και στο γεγονός ότι στα εγκιβωτισμένα κείμενά του αναφέρεται στα ονόματα των μεταφραστών τους, δηλ. του Πάνου Κυπαρίσση στον Ματωμένο Γάμο του Λόρκα, της Ξένιας Καλογεροπούλου στον Γλάρο του Τσέχωφ, καθώς και σε αποσπάσματα ρεπορτάζ της Φωτεινής Καλλίρη (Η Καθημερινή 16/2/2001) «που αποτέλεσαν ανάμεσα σε άλλα την αφορμή για τη συγγραφή του βιβλίου». Κάπου στο βιβλίο, σε μια συζήτηση, ανάμεσα στον Αντρέα Ασέρ που είχε Σχολή Θεάτρου στα Εξάρχεια, άνθρωπο άκρας διανόησης αλλά εξαθλιωμένο, και τη Στέλλα, μαθητευόμενη ηθοποιό με το πάθος αυτό να την κατακαίει, αγκαλιάζονται η σοφία με την ουτοπία.
Ο Δημήτρης Κούνδουρος βάζει τις γυναίκες του να ζουν μέσα σε φαντασιώσεις, οράματα παραληρήματα -όχι υποχρεωτικά από τη χρήση ουσιών- ιδιαίτερα τη Μασάρ από τη Σιέρα Λεόνε, προκειμένου ίσως να τονίσει το «μυστικιστικό» της καταγωγής της. Η Μίλα από το Κόσοβο ζωγραφίστηκε κι αυτή, ίσως με την παλιά μοιρολατρία της δικής της καταγωγής, η Νάντια με μια στάση αντιστικτική, κι οι δίδυμες Στέλλα και Δήμητρα με όλα τα συν και τα πλην της ελληνικής φυλής. Ευαίσθητες και οι δύο, η Στέλλα με πάθος για το θέατρο και ταλέντο της ηθοποιίας και την κατάντια του ανθρώπου που δεν πέτυχε τον στόχο του που, καθώς την κυνηγούσαν οι μπράβοι, με τη γνωστή πρόθεση, την έσωσε το κρύψιμό της στη γαλαρία, στη στοά όπου δούλευε ο πατέρας και σχεδόν όλο το χωριό της, η δίδυμη Δήμητρα που έγινε φιλόλογος για να αποκτήσει κι αυτή δίδυμα και να χωρίσει, να ξανανταμώσει με την αδελφή της. Δεν θα μιλήσω βέβαια για την ανατροπή του τέλους. Θα σημειώσω ότι ο συγγραφέας δεν αποφεύγει το λεξιλόγιο του κοινωνικού περιγύρου που περιγράφει. Πώς άλλωστε θα έδινε το στίγμα του; π.χ. «Δε γαμιέται», «άη γαμήσου μπάσταρδε», «καριόλα», «γαμώ το ξεσταύρι σου», και άλλα τινα, περισσότερο περιγραφικά.
Χρησιμοποιεί επίσης λέξεις της γλώσσας των τσιγγάνων, στους οποίους για να κρυφτεί είχε για λίγο καταφύγει η Στέλλα, π.χ. «παπικό;» (= πώς σε λένε;). «Ο μπαλαμός» γνωρίζομε ποιος είναι, αλλά ο συγκεκριμένος μπαλαμός, μπαλαμούτιασε τη νύχτα της φιλοξενίας τη Στέλλα, εις επήκοον και ψιλοθέασιν της οικογενείας, που φαίνεται ότι το θεωρούσε πως δεν τρέχει τίποτε.
Αυτό όμως που εντυπωσιάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί τα ρήματα ο Κούνδουρος. Σε κάθε σελίδα του σχεδόν. Ένα ρήμα μόνο του, αποτελεί μια χαρακτηριστική πρόταση. Την απλούστατη. Και με τα άλλα μέρη του λόγου όμως παίζει, ακριβώς όπως ο σκακιστής τοποθετεί και κινεί τον βασιλιά του, τη βασίλισσα, όταν ξέρει πως θα κάνει ρουά-ματ. Τα σχήματα λόγου, μεταφορές, συμβολισμοί, προσωποποιήσεις, παρομοιώσεις, δίνουν την αίσθηση ενός χορού μυστικού, που προκαλεί τον αναγνώστη να αποκρυπτογραφήσει το νόημα.
Τα διαβάσματα του συγγραφέα αξιοποιούνται στο έπαρκον, π.χ. «επανάσταση χωρίς έρωτα είναι ανάπηρη επανάσταση» (χαμογελάει ο Κατσαρός: «ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν». Βεβαίως μας τη φέρνει κι ο επίκαιρος Μάης του ’68, που ανάμεσα στα συνθήματα «απαγορεύεται το απαγορεύεται» «κάνε έρωτα όχι πόλεμο», «φαντασία στην εξουσία», χάθηκε και ο Κον Μπεντίτ των ονείρων μας κι ο Μπερνάρ Κουσνέρ επίσης, μπέρδεψαν τα δικά τους συναισθήματα και κάνουν έρωτα με την εξουσία. Ανενδοιάστως...
Κι ο καημένος σύντροφος Μίμης, κλεισμένος χρόνια στη στοά, ονειρεύεται πως θα ‘ρθει ο Άρης καβάλα σε μαγικό άσπρο άλογο. Κάποια στιγμή σκέφτεται πως πρέπει να τον ακολουθήσει. Αλλά σαπουνίζεται, πλένεται τραγουδώντας «το πουλί του Σκόμπι είναι κόμποι-κόμποι» «γιούπι για-για ...εμείς τον θέλουμε, παιδιά, τον βασιλιά...», και σκέφτεται πως είναι ώρα να συντριβεί ο ταξικός εχθρός ...μην και τυχόν πλακώσουν οι Εγγλέζοι με τους Χίτες... Ξαφνικά του φαίνεται μες την ονειροφαντασιά του πως ήρθαν οι σύντροφοι, «ξεκινάμε» λέει στον μοναδικό του σύντροφο, ένα ποντικάκι, τον Έκτορα, και τέλος.
Το τέλος όμως του μυθιστορήματος δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ανατροπή. Μια πληγή κι αυτή.
Η Ρίτσα Φράγκου-Κικίλια διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου