Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009

Οι γυναίκες χωρίς πρόσωπο δείχνουν το πρόσωπό τους

Για το βιβλίο του Δημήτρη Κούνδουρου

«Γυναίκες χωρίς πρόσωπο» (εκδ. Εμπειρία, Αθήνα, 2008)

Ο Δημήτρης Κούνδουρος είναι ποιητής. Στο ενεργητικό του έχει δύο εκδομένες ποιητικές συλλογές (Μυθογραφία, 2000, και Τέλος Εποχής, 2002) και στο συρτάρι του πολλά ανέκδοτα ποιήματα. Τελευταία άρχισε να ασχολείται και με την πεζογραφία. Καρπός αυτής του της ενασχόλησης ένα μυθιστόρημα με τον τίτλο «Γυναίκες χωρίς πρόσωπο», που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες, και έχει ως θέμα του τον σκληρό και απάνθρωπο κόσμο του τράφικιν, της διακίνησης δηλαδή ανθρώπων σαν να ήταν εμπορεύματα κι ακόμη ειδικότερα της διακίνησης γυναικών με σκοπό την πορνεία. Εξαναγκαστικά.

Δεν είναι ο πρώτος Έλληνας συγγραφέας που ασχολήθηκε με το θέμα, ούτε ο μόνος. Η διαφορά του βιβλίου του από τα υπόλοιπα λογοτεχνήματα με την ίδια θεματική είναι ότι προσπάθησε να δει το θέμα του συνολικά. Δεν έμεινε στην περιπέτεια μιας γυναίκας, στην συγκινητική ατομική περίπτωση. Δεν κατέφυγε επίσης στις δυο μεγάλες παγίδες: την καταδίκη και την ηρωοποίηση, ούτε όμως και ξέπεσε στην καταγγελία. Παρακολουθεί το ζήτημα τόσο στην πολιτική του διάσταση –οι οικονομικές συνέπειες των αλλαγών που έφερε το 89- όσο και στην ατομική, την ανθρώπινη διάστασή του.

Είναι φανερό στον αναγνώστη ευθύς εξαρχής ότι της συγγραφής προηγήθηκε επισταμένη έρευνα του θέματος, τόσο που, αν οι «Γυναίκες χωρίς πρόσωπο» δεν ήταν ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο, θα μπορούσαν να είναι μια ενδιαφέρουσα κοινωνιολογική μελέτη. Κι εδώ βρίσκεται ένα βασικό προσόν του βιβλίου: ο συγγραφέας πέτυχε μια λεπτή και δύσκολη ισορροπία, ενώ διατηρεί ατόφιο το πραγματολογικό υλικό του, ενώ παρακολουθεί βήμα προς βήμα τα στάδια του τράφικιν, όπως μας είναι γνωστά από μελέτες, το έργο του είναι 100% λογοτεχνία. Χρησιμοποίησε με μαεστρία το υλικό και το μετέτρεψε σε ρέοντα λόγο, σε αφήγηση μιας συναρπαστικής ιστορίας που αρθρώνεται μέσα από πολλές παράλληλες ιστορίες. Ακριβώς όπως είναι η ζωή, όπου το ατομικό παράδειγμα δημιουργείται μέσα από τον κοινωνικό ιστό, από το πλέγμα των σχέσεων που μας ορίζουν στις διάφορες εκφάνσεις και τα πολλαπλά επίπεδα της ζωής μας.

Το βιβλίο του Δ. Κούνδουρου ασχολείται με τις ιστορίες πολλών γυναικών που ξεριζώθηκαν από τον τόπο τους και σύρθηκαν βίαια στα σύγχρονα σκλαβοπάζαρα του αγοραίου έρωτα, οι περισσότερες από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, κάποιες από την Αφρική και την Ασία. Η κεντρική ηρωίδα του όμως που η ιστορία της διαρρέει και αρθρώνει το βιβλίο είναι Ελληνίδα. Σοφή επιλογή για να φανεί επιτέλους πως όλες οι γυναίκες, ανεξαρτήτως εθνικότητας, μπορεί να γίνουν θύματα αυτής της σύγχρονης μορφής δουλεμπορίου. Την Ελληνίδα Στέλα μάλιστα παρακολουθεί στην σπαρακτική διαδρομή της στον κόσμο του περιθώριου, στην κόλαση των ναρκωτικών και στην προσπάθειά της να βρει ένα δρόμο προς την ελευθερία και την αξιοπρέπεια.

Ο Κούνδουρος στέκει πάνω σε κάθε μια από αυτές και σχηματίζει ένα οδυνηρό χάρτη της ανθρωπότητας, οι γυναίκες του βιβλίου είναι το ματωμένο αποτύπωμα της εντελώς σύγχρονής μας ιστορίας, μια γεωγραφία της εκμετάλλευσης, η παγκοσμιοποίηση στην πραγματική μορφή της: ως καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στα σώματά τους εγγράφεται η έννοια της εξουσίας σε ένα ιεραρχημένο κόσμο, σε ένα βαθιά ταξικά δομημένο κόσμο, σε έναν ακόμα πιο βαθιά πατριαρχικό. Γιατί το σώμα είναι ο πραγματικός τόπος του γεγονότος. Τα σώματά τους δεν προφέρουν ηδονή, προσφέρουν πριν απ’ όλα την αίσθηση κυριαρχίας πάνω σε ένα άλλο πλάσμα. Τα σώματά τους είναι ένα εμπόρευμα με ημερομηνία λήξεως. Το τράφικιν, που μας θυμίζει πως μετά από τόσους αγώνες για την κατάργησή του, το δουλεμπόριο είναι παρόν, απλώς άλλαξε μορφή, είναι αποτέλεσμα της κατάρρευσης ενός κόσμου, των νέων οικονομικών δεδομένων που εξαθλίωσαν τεράστιες πληθυσμιακές ομάδες στον κόσμο, της πολιτικής διαφθοράς, της ανομίας και της κρίσης αξιών.

Ένα άλλο σημαντικό σημείο των «Γυναικών χωρίς πρόσωπο» είναι ο τρόπος που ο Κούνδουρος διαχειρίζεται την έννοια της καταναγκαστικής πορνείας. Αφενός μεν με την κλασική και ευκολονόητη εκδοχή της: κοπέλες που σύρθηκαν είτε με ψέματα είτε με τη βία στον κόσμο του πληρωμένου έρωτα. Αλλά και την άλλη την πιο κρυφή και εξίσου, αν όχι παραπάνω απελπισμένη: αυτήν που μια γυναίκα ξέρει πού πάει αλλά αποδέχεται την εκπόρνευση γιατί η οικονομική ανέχεια –η προσωπική ή πιο πολύ της οικογένειάς της- είναι τέτοια που πρέπει να θυσιαστεί για να ζήσουν οι άλλοι.

Ο συγγραφέας αν και άντρας κατεβαίνει στα βάθη της γυναικείας ψυχής, την παρακολουθεί στις πιο μύχιες εκδηλώσεις της. Καταγράφει σκέψεις και αντιδράσεις πολύ γυναικείες, προϊόν της ευαισθησίας του, της αγάπης του στις γυναίκες, τις οποίες θαυμάζει πολύ, αλλά και μιας διεισδυτικής πολύ παρατηρητικής ματιάς που ξέρει την ίδια στιγμή να εστιάζει στο μερικό, στο ειδικό, στην ατομική περίπτωση και την ίδια στιγμή να παρακολουθεί το γενικό, το κοινωνικό και πολιτικό και την διαπλοκή των δυο και να τα εντάσσει αγαστά σε μια καλοαφηγημεένη συναρπαστική ιστορία με στοιχεία αστυνομικά (όπως είναι το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα, μια άλλη μορφή της κοινωνικής λογοτεχνίας δηλαδή).

Η γραφή του αιφνιδιάζει και παγιδεύει τον αναγνώστη, πρόκειται για ένα ιδιότυπο ποιητικό νατουραλισμό. Είναι επίσης μια γραφή κινηματογραφική, γεμάτη εικόνες και οπτικοποιημένα κυρίως σύμβολα, που αθόρυβα διασχίζουν το βιβλίο και εντυπώνονται στο νου. Φαίνεται πως μια άλλη του διάσταση, αυτή του ζωγράφου –γιατί ασχολείται επίσης και με τη ζωγραφική- άφησαν έντονο το χνάρι τους στη γραφή του. Η ιστορία του γλιστρά, ταξιδεύει, από τα σύνορα όπου περνούν νύχτα τις κοπέλες με την πληρωμένη συναίνεση των αρχών, στην Ομόνοια των ναρκωτικών, από την πολιτική διαφθορά και την κοινωνική υποκρισία που επιτρέπει σε ένα μαστρωπό να γίνει πολιτικός παράγοντας και υποψήφιος βουλευτής και την εμφάνιση επικίνδυνων ναζιστικών στοιχείων στο πολιτικό μας στερέωμα, στο όνειρο ενός καλύτερου κόσμου ενός παλιού αριστερού, από τον κόσμο του πορνείου στην ελπίδα δυο δίδυμων κοριτσιών που μεγαλώνουν με τρυφερότητα και αγάπη σε ένα μικρό διαμέρισμα σε κάποια από τις επαρχίες της Αθήνας.

Οι γυναίκες χωρίς πρόσωπο εικονοποιούν, εξηγούν και δικαιώνουν το σύνθημα εκείνο που ζητά πάνω από τα κέρδη να είναι οι άνθρωποι. Και οι άνθρωποι δεν είναι απρόσωπα πλάσματα μέσα σε σύνολα. Είναι διακριτές οντότητες με όνομα και πρόσωπο που απαιτούν μια ζωή με αξιοπρέπεια. Για να γίνει αυτό πρέπει να αλλάξει όλη η οπτική αντίληψη για τον κόσμο και ο τρόπος ζωής μας. Μέχρι να ‘ρθει εκείνη η μέρα, το βιβλίο του Δημήτρη Κούνδουρου θα δίνει πρόσωπο σ’ αυτές τις γυναίκες χωρίς πρόσωπο που ζουν και πεθαίνουν ανάμεσά μας και θα μας υποχρεώνει να τις κοιτάμε κατά πρόσωπο.

Μαρώ Τριανταφύλλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου