Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2009

Ομιλία της Νάντιας Βαλαβάνη στην παρουσίαση του βιβλίου στο Περιστέρι

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
ΤΟΥ Δ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΥ "ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΩΠΟ"
Περιστέρι, 13.05.2008

της Νάντιας Βαλαβάνη

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

Το μυθιστόρημα του Δημήτρη Κούνδουρου - με δύο ατομικές ποιητικές συλλογές ήδη στο ενεργητικό του - Γυναίκες χωρίς πρόσωπο αποτελεί την πρώτη απόπειρα του στο είδος. Σε τίποτα όμως δε θυμίζει το κλασικό πρώτο μυθιστόρημα. Ώριμο από γλωσσική όσο και από μυθοπλαστική άποψη, πριν απ’ όλα δεν πάσχει από το γνωστό σύνδρομο σχεδόν κάθε πρωτόλειου, την προσπάθεια ο συγγραφέας να τα πει όλα, να εξιστορήσει όσα έχει συγκεντρώσει ως εμπειρίες και συμπεράσματα στη μέχρι τότε ζωή του, συχνά σχεδόν αυτοβιογραφικά. Αντίθετα ο Κούνδουρος καταφέρνει να παραμείνει θεματολογικά επικεντρωμένος στο, ελάχιστα αυτοβιογραφικό, θέμα του, το εμπόριο ανθρώπων, ιδιαίτερα γυναικών και παιδιών. Με αναφορά σε μια πανάρχαιη μορφή οικονομικής εκμετάλλευσης της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, ο Κούνδουρος μυθιστορεί κάποιες από τις πιο σύγχρονες πτυχές της στην Ελλάδα και Ευρώπη της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, στη εποχή που άνοιξε το 1989. Το ξετύλιγμα της μυθιστορίας παγιώνει παραπέρα την εντύπωση ότι ο συγγραφέας έχει πειραματιστεί μάλλον επί μακρόν με τα εκφραστικά του μέσα μέχρι να καταφέρει να παράγει κάτι στο επίπεδο της αφήγησης των Γυναικών χωρίς πρόσωπο.
Από τα πρώτα κεφάλαια, επίσης, από τις εκπληκτικές περιγραφές της φύσης, ο αναγνώστης καταλαβαίνει τι είδους οικολόγος είναι ο συγγραφέας. Όχι μόνο ένα παιδί της πόλης που κατανοεί ορθολογικά ότι η αντίθεση φύσης-ανάπτυξης, χάρη στην τεράστια προωθητική δύναμη που έχει αποκτήσει η επιδίωξη του κέρδους με όχημα πριν απ’ όλα το παγκοσμιοποιημένο χρηματιστικό κεφάλαιο, μπαίνει για πρώτη φορά σε φάση που μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδο ολόκληρη τη μέχρι σήμερα εξέλιξη της ανθρώπινης ζωής στον πλανήτη. Αλλά κι ένας άνθρωπος βαθιά ερωτευμένος με το «ανόργανο σώμα» μας, που έχοντας δουλέψει πολλά χρόνια στη μεταλλευτική βιομηχανία έχει διασχίσει ολόκληρα βουνά βήμα-βήμα. Αυτή είναι κατά βάση η αυτοβιογραφική εμπειρία που μετουσιώνεται σε μυθιστορία στο βιβλίο του. Αυτή, κατά πάσα πιθανότητα, βρίσκεται επίσης πριν απ’ όλα πίσω από τις περιπέτειες του στη σφαίρα πάλης μιας μαχητικής οικολογίας κόντρα σε μεγάλα οικονομικά και άλλα συμφέροντα.

Στις Γυναίκες χωρίς πρόσωπο οι τέσσερις κεντρικές ηρωίδες του, νεαρές σκλάβες-πόρνες που συναντούνται στην κοινή τους φυλακή, ένα σκυλάδικο-μπαρ-καμπαρέ της ελληνικής επαρχίας, όχι τυχαία κατ’ ουσία αντιπροσωπεύουν τέσσερις κύριες πηγές του σύγχρονου δουλεμπόριου:
Η Νάντια, χορεύτρια κλασικού χορού από το Κίεβο, τη “μεγάλη μετανάστευση των λαών” της Ανατολικής Ευρώπης που ακολούθησε την κατάρρευση των καθεστώτων του “υπαρκτού σοσιαλισμού” και παράλληλα το σχηματισμό των διαφόρων ανατολικοευρωπαϊκών μαφιών, εξίσου αν όχι χειρότερων από την παραδοσιακή Μαφία.
Η Μασάρ από τη Σιέρα Λεόνε, την εμφάνιση και μονιμοποίηση των λεγόμενων “περιφερειακών πολέμων” με όχι μοναδικό αλλά σταθερό επίκεντρο την Αφρικάνικη Ήπειρο, που συνεχίζονται μέχρι σήμερα σχεδόν ξεχασμένοι, μετά το πέρασμα της σκυτάλης από το 2001 στη λεγόμενη αντιτρομοκρατική πάλη που είχε ως αποτέλεσμα να καρφωθεί ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός και οι ευρωπαίοι και αυστραλοί σύμμαχοι του στα “βαλτοτόπια” στα οποία μετατράπηκαν Ιράκ και Αφγανιστάν. Η Μίλα από το Κόσοβο της περιόδου του παραπέρα διαμελισμού και των αμερικάνικων βομβαρδισμών ενάντια σε ό,τι είχε απομείνει από τη Γιουγκοσλαβία, με τους σέρβους παρακρατικούς και τον UCK να λυμαίνονται πόλεις και χωριά στο Κοσυφοπέδιο, με δρομολογημένο τον κατακερματισμό των Βαλκανίων σε κράτη-προτεκτοράτα των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε., ιδιαίτερα της Γερμανίας, για να φτάσουμε στη σημερινή επιχείρηση νομιμοποίησης της απόσχισης του Κοσόβου και αναζωπύρωσης του αλβανικού αλυτρωτισμού.
Και η Στέλλα, από οικογένεια αγωνιστών της αντίστασης και του εμφύλιου, ενεργών ΚΚΕδων, γεννημένη σ’ ένα ελληνικό χωριό με κύρια απασχόληση τη δουλειά στα μεταλλεία, που αντίθετα απ’ ότι η δίδυμη αδερφή της δεν καταφέρνει να μπει στο Πανεπιστήμιο, βρίσκεται όμως έτσι κι αλλιώς στα Εξάρχεια για να γλιτώσει τη μοίρα που θα την περίμενε, όπως η ίδια εξηγεί, στο χωριό: Να βρεθεί παντρεμένη με κάποιο «χωριάτη μαρξιστή-λενινιστή» που θα της έχει προξενέψει η οικογένεια της. Η «δική μας» Στέλλα, αφού τελικά παραιτείται από τη χωρίς αποτέλεσμα προσπάθεια να προσδώσει ένα νόημα στην ερωτική της σχέση με τον κατά πολύ μεγαλύτερο της Αντρέα όσο και από το να κάνει καριέρα στο πειραματικό θέατρο, για το οποίο ανακαλύπτει ότι, όπως και στο συμβατικό, ένας καλός ρόλος συχνά περνάει από το κρεβάτι του σκηνοθέτη, χάνει το ενδιαφέρον της για μια ζωή χωρίς οποιοδήποτε σταθερό σημείο αναφοράς, χωρίς αξίες και ερεθίσματα που να κινητοποιούν τις κριτικές ικανότητες και την ικανότητα αντίστασης των απομονωμένων, στο μικρόκοσμο τους, υποκειμένων της. Η αλλοτρίωση της αποτελεί και τη μοναδική ερμηνεία για την αρχική της χειραγώγηση, για την αποδοχή μιας εφ’ άπαξ εκπόρνευσης για χατίρι του καινούργιου της αγαπημένου - με τον οποίο συζεί όχι από έρωτα ή πραγματική ανάγκη αλλά μάλλον επειδή δεν έχει κάτι καλύτερο να κάνει – καθώς και γιατί στη συνέχεια ουσιαστικά δεν αντιδρά, μέχρι να είναι πολύ αργά, στη σκλαβιά στην οποία την καταδικάζει ο επαρχιώτης νταβατζής που την αγοράζει από το φίλο της.

Ο συγγραφέας οικοδομεί με σημαντική οικονομία τη δραματουργική του αφήγηση. Μια αφήγηση, με πηγή στην πραγματική ζωή κάποια δημοσιεύματα εφημερίδων, βασισμένη σε γεγονότα που συναρτούν ιστορίες. Σ’ αυτά που οδηγούν μέσα απ’ το δρόμο μιας διαφορετικής ποιότητας τραγωδίας την κάθε κοπέλα μέχρι τη φυλακή του επαρχιακού πορνείου. Σ’ εκείνα που οριοθετούν το πλαίσιο της ολιγόμηνης συμβίωσης τους εκεί και κλιμακώνονται με μια κάθαρση αίματος, με την από κοινού δολοφονία από τις δύο με εμπειρίες πολέμου, τη Μίλα και τη Μασάρ, ενός «πελάτη» τους. Αλλά και με το διασκορπισμό των τριών που επιβιώνουν μετά τον εμπρησμό του πορνείου από τη Στέλλα: Μια εκδίκηση για την εν ψυχρώ δολοφονία της Μίλα, ως άχρηστο πλέον εμπόρευμα, από τον Έλληνα νταβατζή τους. Ο εμπρησμός αυτός τον καταστρέφει οικονομικά, καθώς στις φλόγες χάνονται τα εμπορεύματα των υπόλοιπων τομέων οικονομικών δραστηριοτήτων του, πλαστά χαρτονομίσματα και ηρωίνη, ενώ τον σημαδεύει στην κυριολεξία ανεξίτηλα, καθώς και ο ίδιος τραυματίζεται επιχειρώντας να σώσει το μη έμψυχο τμήμα των εμπορευμάτων του. Αυτό θα καθορίσει και το τραγικό φινάλε του έργου.

Οι γυναίκες χωρίς πρόσωπο αφηγούνται μικρές ιστορίες των «κάτω» όχι απομονωμένες από τα κοινωνικά πλαίσια αναφοράς τους, αλλά στο φόντο της ιστορίας ως Μεγάλης Αφήγησης σ’ ένα μικρό τμήμα των Βαλκανίων, της Αφρικάνικης Ηπείρου και στην Ελλάδα. Πρόκειται στην κυριολεξία για υποδειγματικές μικρές αφηγήσεις στο πλαίσιο μιας μεγάλης αφήγησης χωρίς διέξοδο: Οι ήρωες τους και κυρίως οι ηρωίδες τους δεν ανήκουν απλώς κοινωνικά στους «κάτω», αλλά και σ’ αυτό το κάθε άλλο παρά ασήμαντο τμήμα τους που ονομάζονται «οι χωρίς ελπίδα». Η αντίληψη τους για τον κόσμο και η συνείδηση τους καθορίζεται από τη ματιά τους ως θυμάτων μιας κτηνωδίας χωρίς τέλος: Εμφυλίων πολέμων στην περίπτωση της Μασάρ και της Μίλα, του πιο στυγνού οικονομικού εξαναγκασμού στην περίπτωση της Νάντια, κοινωνικής και οικονομικής βίας στην περίπτωση της Στέλλας. Πρόκειται για πρόσωπα που μένουν εσαεί θυματοποιημένα, ακόμα κι όταν κάτω από εντελώς εξαιρετικές συνθήκες [ή ίσως ακριβώς γι΄ αυτό] αντιδρούν τελικά, και μάλιστα με τον πιο ακραίο τρόπο. Όπως η Στέλλα: Όταν αντιλαμβάνεται ότι τη Μίλα αντί για γάμο την έστειλαν στο θάνατο ή όταν, στην κατακλείδα του μυθιστορήματος, σκοτώνει τον πρώην νταβατζή της στιγμές αφού εκείνος δολοφόνησε τη δίδυμη αδερφή της. Κι αυτό συμβαίνει γιατί στις ίδιες, στην κυριολεξία «ξένες» συνθήκες - καθώς οι τρεις γνωρίζουν τον ξεριζωμό όχι μόνο από το οικείο πλαίσιο μιας παραδοσιακής οικογενειακής ζωής αλλά και από την ίδια την πατρίδα και τη γλώσσα τους, ενώ η Στέλλα μέσα στην ίδια της την πατρίδα από τυπικά ελεύθερος άνθρωπος βρίσκεται σε συνθήκες μιας νομικά άτυπης αλλά κατά τ’ άλλα τυπικότατης σκλαβιάς –, κι οι τέσσερις κάτω από την ίδια ομπρέλα αλλοτρίωσης και βίας βιώνουν την προσωπική κόλαση, στην οποία έχει μετατραπεί μέσω της εμπορευματοποίησης η σεξουαλικότητα τους, απολύτως εξατομικευμένα: Χωρίς να μπορούν να υπολογίζουν ούτε καν στη μεταξύ τους αλληλεγγύη.
Αυτή η συνείδηση της πλήρους εξατομίκευσης, τ’ ότι ζουν λάθρα ξεχασμένες από θεούς κι ανθρώπους, πράγμα που τις αφήνει στο απόλυτο έλεος των κάθε φορά «ιδιοκτητών» τους, δεν αποτελεί μόνο μορφή ψευδούς συνείδησης, που την καλλιεργούν τα ίδια τα κυκλώματα που τις εμπορεύονται προκειμένου να εξασφαλίζουν την άνευ όρων υποταγή τους. Πατάει στην πραγματικότητα των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών δομών των σύγχρονων κρατών του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, όπως προβάλλουν μέσα από τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα. Χαρακτηριστικό της λειτουργίας αυτών των δομών η διπλή γλώσσα, το ενδιαφέρον στα λόγια, ενώ στην πραγματικότητα κάνουν με τον πιο συστηματικό, σχεδόν θεσμικό, τρόπο τα στραβά μάτια απέναντι ακόμα και στο εμπόριο ανθρώπων. Απολύτως υπαινικτικά και στο περιθώριο της κύριας αφήγησης, με αφορμή το επαρχιακό πανηγύρι ο συγγραφέας αναφέρεται στο “φόρο” χάρη στον οποίο εξαγοράζουν την απραξία της αστυνομίας οι σωματέμποροι – ψηλότερος, όπως μαθαίνουμε, όταν πρόκειται και για παιδιά, αγοράκια και κοριτσάκια – αλλά και στην πολιτική προστασία που παρέχει ο πολιτικός υπέρκοσμος στον δικής μας εκδοχής διεθνοποιημένο μαφιόζικο υπόκοσμο. Κάποιες φορές αυτοί οι δυό κόσμοι φτάνουν ν’ αναμιγνύονται στο φως της μέρας: Έτσι πληροφορούμαστε ότι ο λεγόμενος «Μπάρμπας», σημαντικός επαρχιακός παράγοντας εφόσον είναι και ιδιοκτήτης τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας της Βορείου Ελλάδας και ταυτόχρονα συνεταίρος της αλβανικής μαφίας στο εμπόριο ανθρώπων, ναρκωτικών και πλαστών χαρτονομισμάτων και - στο περιθώριο - όπλων και αρχαίων, έχει εξασφαλίσει την απαιτούμενη υποστήριξη για να θέσει υποψηφιότητα για βουλευτής…

Καθώς στον ορίζοντα δε διακρίνεται κανένα σημείο κοινωνικής αναφοράς που θα μπορούσε ν’ αποτελέσει αποκούμπι για αντίσταση, οι ηρωίδες του Δ.Κ. προκειμένου να επιβιώσουν καταφεύγουν στα πολύτιμα για τις ίδιες και απολύτως ακίνδυνα για το νταβατζή τους όνειρα. Στον ύπνο και στον ξύπνιο τους, στην επιστροφή ξανά και ξανά σ’ ένα οριστικά κι αμετάκλητα χαμένο παρελθόν. Κι εδώ δεν πρόκειται για όνειρα-οράματα για το αύριο, απ’ αυτά που κινητοποιούν κι εμπνέουν. Οι δυο μικρότερες, μάλιστα, ακόμα παιδιά, οι δεκαπεντάχρονες Μίλα και Μασάρ, σε μια εποχή που οι συνομήλικες τους ξεκινούν τη διαδικασία ανεξαρτοποίησης από τις οικογένειες τους με την προσωπική τους επανάσταση, αυτές ονειρεύονται ξανά και ξανά τη μάνα τους, τον πατέρα τους, αδέρφια και ξαδέρφια. Κι είναι τέτοια η δύναμη αυτών των ονείρων, η δύναμη της λαχτάρας για γυρισμό στη χαμένη αθωότητα μιας αέναης παιδικής ηλικίας εκείνων που δεν πρόλαβαν να ζήσουν το προπατορικό αμάρτημα μιας φυσιολογικής ενηλικίωσης, που ακόμα και μετά το θάνατο των φυσικών φορέων τους, μας λέει ο συγγραφέας, συνεχίζονται: Στο βυθό του ποταμού που την έχουν πετάξει δεμένη με μια πέτρα η Μίλα συναντιέται με τον επίσης δολοφονημένο αδερφό της Ρήγα και συνεχίζουν τις περιπλανήσεις σε κάτι σαν εικονική πραγματικότητα του κόσμου που δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν, σ’ ένα σύμπαν αδικαίωτων από την ιστορία νεκρών. Όχι μόνο το ποτάμι με το νεκρό κορίτσι αλλά και οι ίδιες οι παλιές εγκαταλειμμένες γαλαρίες του μεταλλείου στο χωριό της Στέλλας, αποτελούν επίσης τόπους συνάντησης των κατ’ επίφαση ζωντανών, όπως είναι και η ίδια η Στέλλα, με τους νεκρούς. Εκεί ζωντανοί αλλά ήδη στο χώρο του θρύλου, όπως ο Μίμης, ο παλιός αντάρτης του ΕΛΑΣ και του Δημοκρατικού Στρατού που δουλεύοντας μεταλλωρύχος χάθηκε θεληματικά στο εσωτερικό των στοών δεκαετίες πριν επιβιώνοντας ως ανθρώπινος ίσκιος χάρη στο φαί που του αφήνουν πότε ο ένας και πότε ο άλλος μεταλλωρύχος, περνά τελικά στο υπερπέραν ακολουθώντας ένα απόσπασμα μαυροσκούφηδων του Άρη που αρχές του 21ου αιώνα εμφανίζεται να διασχίζει τις ξεχασμένες στοές.

Αν και τέτοιου είδους όνειρα είναι απολύτως απαραίτητα, σε ρόλο παρηγορητικό και καταφύγιου προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιβίωση σε συνθήκες σκλαβιάς, είναι όμως και εθιστικά σαν ναρκωτικά και συντείνουν στη μετατροπή των φορέων τους σ’ ένα είδος ζόμπι: Ακόμα κι όταν η Μασάρ και η Στέλλα βρεθούν αιφνίδια «ελεύθερες» από τους νταβατζήδες τους, παραμένουν βυθισμένες σ’ αυτά. Κι αυτά ανήκουν επίσης στους παράγοντες που τις κρατούν αποχωρισμένες από την πραγματικότητα της εξωτερικής ζωής και των άλλων ανθρώπων. Η μεν Μασάρ, που έχει μάθει πια ελληνικά και δουλεύει σερβιτόρα σε ένα καλό εστιατόριο όπου μάλιστα εκτιμούν τη δουλειά της, αισθάνεται τόσο απόμακρη και απομονωμένη στον μικρόκοσμο των πρώην πορνών στο σπίτι-καταφύγιο που ζουν και όπου τις εφοδιάζουν για κάποια μορφή κοινωνικής επανένταξης, ώστε τελικά θ’ ακολουθήσει εθελοντικά τον παλιότερο Αλβανό νταβατζή της όταν αυτός της προτείνει να την «εξάγει» στην Ολλανδία. Η δε Στέλλα θα γυρίσει ελεύθερη στα Εξάρχεια, μόνο όμως για να επιδοθεί σε μια ανελέητη προσπάθεια αυτοκαταστροφής και για να μετατραπεί σ’ ένα ακόμα από τα πρεζόνια που στοιχειώνουν την περιοχή. Έτσι συμπιεσμένες μεταξύ του σατρικού «η κόλαση είναι οι άλλοι» και του νεοφροϊδικού «η κόλαση είμαστε εμείς οι ίδιοι», τα δύο κορίτσια αφήνονται βορρά στο κυριολεκτικά υπαρξιακό άγχος τους. Η αλλοτρίωση, που στον πυρήνα της βρίσκεται το εμπόρευμα, τις αυτοκαταναλώνει.

Ο κόσμος απ’ τον οποίο προέρχεται καθένα απ’ τα κορίτσια χωρίς πρόσωπο αποτελείται από συνηθισμένους ανθρώπους. Στην περίπτωση της Μασάρ και της Μίλα, πρόκειται για παραδοσιακές κοινωνίες, αγροτοκτηνοτρόφων και υλοτόμων. Στην περίπτωση της Στέλλας, για χωριό μεταλλωρύχων, εν πολλοίς πολιτικοποιημένων και συνδικαλισμένων. Ο κόσμος αυτός, όμως, ακόμα κι αν ο ίδιος δεν το ξέρει, είναι ήδη τελειωμένος, αποτελεί κατ’ ουσία παρελθόν. Ο πόλεμος στο Κόσοβο και στη Σιέρρα Λεόνε, η οικονομική απαξίωση της μεταλλευτικής εξόρυξης στη Ελλάδα, δεν είναι παρά οι καταλύτες που επιταχύνουν αυτό το τέλος. Τη ζωή από τη μια σ’ αυτά τα χωριά και από την άλλη στα ελληνικά επαρχιακά αστικά κέντρα και βέβαια στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα φαίνεται να χωρίζει άβυσσος. Οι άνθρωποι ξεκινούν με τις καλύτερες προϋποθέσεις και καταλήγουν ψυχοσωματικά άρρωστοι. Πολύ χαρακτηριστικά, όλοι οι ήρωες στο βιβλίο πίνουν. Όχι μόνο οι τέσσερις κοπέλες, που δεν είναι σε θέση ν΄ αντέξουν μια τέτοια ζωή παρά μόνο πιωμένες και χαπακωμένες. Σχεδόν ο κάθε ήρωας του Δ.Κ. στα ελληνικά αστικά κέντρα θα ‘λεγες ότι από το πρωί βρίσκεται μ’ ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι. Ακόμα κι ο καφές που πίνουν είναι με κονιάκ. Αντιμέτωποι με μια άρρωστη κοινωνική ζωή, που η αρρώστια της ακούει στο όνομα εμπορευματοποίηση των πάντων, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των ανθρώπων, όχι μόνο οι πόρνες αλλά και οι υπόλοιποι, μας λέει ο συγγραφέας, χρειάζονται μια τεχνητή απόσταση από μια αβίωτη εν πολλοίς πραγματικότητα για να μπορούν, μέρα τη μέρα, να συνεχίζουν. Σ’ έναν δρόμο που αλλιώς στα ίδια τα μάτια τους θα φάνταζε αυτό ακριβώς που είναι: Αδιέξοδο.

Στο μυθιστόρημα του Δημήτρη Κούνδουρου σε ρόλο αμέσως μετά τους κεντρικούς υπάρχει μια ακόμα τυραννισμένη ψυχή, ο ένας και μοναδικός ήρωας που διακρίνεται για την εγγενή καλοσύνη του: Παρακολουθούμε την αργή φθορά του πρώτου ερωτικού συντρόφου της Στέλλας στην Αθήνα, του Αντρέα, από οικογένεια αριστερών Εβραίων, ξεκληρισμένη στην Κατοχή και στον εμφύλιο, απομεινάρι ουσιαστικά μιας άλλης εποχής και μιας προηγούμενης τάξης πραγμάτων. Καθώς είναι «ψυχούλα» και επιχειρεί να επιβιώσει όσο γίνεται έξω από τη σφαίρα της εμπορευματοποίησης, έχει μείνει με τους τοίχους ενός παλιού νεοκλασικού στα Εξάρχεια, απ’ το οποίο έχει πουληθεί και το τελευταίο του έπιπλο. Άνθρωπος ανεπανόρθωτα τραυματισμένος από την ιστορία ως μεγάλη και ως μικρή αφήγηση και συνάμα βαθιά ευγενικός, χαμένος στην αναζήτηση μιας επίσης απολύτως προσωπικής ουτοπίας και στον αναστοχασμό του παρελθόντος, αποτυχαίνει και στην τελευταία οργανωμένη δραστηριότητα του, τη διδασκαλία της δραματικής τέχνης σε ακαλλιέργητα παιδιά εξοπλισμένα μόνο με τη λαχτάρα να γίνουν ηθοποιοί. Ταυτόχρονα σπαταλάει την προσωπική του ζωή σε σύντομες σχέσεις με μαθήτριες του, ουσιαστικά ανίκανος να δώσει και να πάρει, να δεθεί και να δημιουργήσει κάτι σταθερότερο. Γι΄ αυτό και αντιστέκεται παθητικά στις προσπάθειες της Στέλλας για κάποια ουσιαστικότερη προσέγγιση: Εκείνης δεν της αρκεί να κοιμάται μαζί του, αλλά επιχειρεί να τον καταλάβει και να προσδώσει ένα νόημα στη δική του και στη δική της ύπαρξη. Στο τέλος αφήνει να μετατραπεί σταδιακά το σπίτι του σε κατάληψη άστεγων αναρχοαυτόνομων, όχι επειδή το επιλέγει ο ίδιος αλλά επειδή δεν επιλέγει ή δε μπορεί να το εμποδίσει.

Σ’ αυτή την κατάληψη, τελευταίο σταθμό πριν γίνει πρεζόνι, θα βρεθεί να επιβιώνει όπως-όπως η Στέλλα όταν θα τον αναζητήσει μετά τη δραπέτευση της απ’ το πορνείο-φυλακή. Ο Αντρέας θ’ αποδειχτεί για δεύτερη φορά ανίκανος να τη βοηθήσει με ουσιαστικό τρόπο, καθώς δεν επαρκεί η καλοσύνη. Καθοδηγημένος θα ‘λεγες από το μότο «η κατάσταση δεν πρόκειται ν΄ αλλάξει, αλλά πρόσεξε να μην αλλάξεις τουλάχιστο εσύ», φυσικά αλλάζει κι ο ίδιος: προς το χειρότερο. Η θραύση των δυο παλιών καθρεφτών στον τοίχο, των μοναδικών κατάλοιπων από την κάποτε μεγαλοπρεπή επίπλωση, στιγμές πριν τον μέχρι αναισθησίας ξυλοδαρμό του Αντρέα απ’ τους νεοναζί που κάνουν έφοδο στο σπίτι-τελευταίο καταφύγιο της Στέλλας, θα σημάνει σ’ ένα αλληγορικό επίπεδο το τέλος της καλοσύνης, ήδη εξουδετερωμένης μέσω της αναποτελεσματικότητας της. Σε καιρούς μιας τέτοιας βαρβαρότητας, που στην ατζέντα της πάλης για τη γυναικεία χειραφέτηση επανεγγράφεται και η απαλλαγή από τη δουλεία, όπως γράφει κι ο Μπρεχτ: «Τι ωφελεί η καλοσύνη; / …Αντί να είστε καλοί μονάχα, προσπαθείστε να δημιουργήσετε / Μια κατάσταση που να κάνει / Δυνατή την καλοσύνη ή καλύτερα / Περιττή!»

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

ο Έκτορας, ο ποντικός-μοναδική συντροφιά του Μίμη στα σκοτάδια των ξεχασμένων στοών, μετά την αναχώρηση του φίλου του τρώει πεινασμένος τα τετράδια με τις πικρές σκέψεις του παλιού μεταλλωρύχου αγωνιστή πάνω στη βιωμένη ιστορία και στην ήττα της τελευταίας μεγάλης προσπάθειας για ανθρώπινη χειραφέτηση. Κόβοντας έτσι βίαια και αμετάκλητα τις γέφυρες με τους αλαφροίσκιωτους του μέλλοντος, γιατί μόνο κάποιοι τέτοιοι θα μπορούσαν να βρουν σε κάποια μελλοντική εποχή αυτά τα τετράδια βαθιά μέσα στις αρχαίες στοές, με τον δικό του ενστικτώδη τρόπο ο Έκτορας προοιωνίζει κάτι, δημιουργεί έναν οιωνό: Έρχεται και πάλι ο καιρός που ο αναστοχασμός είναι ανάγκη να συναντηθεί με την πράξη, το ατομικό με το συλλογικό, η ιστορία με τη δρώσα πραγματικότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου