Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012



 
    Ο ένοχος.   
                  (με τον τρόπο του Μ.Φ. Ντοστογιέφσκυ)


Η νύχτα δεν είναι παλτό και κάνει κρύο
σ’ αυτό το άδειο πρόσωπο
που μοιάζει βότσαλο.


(το ποιημα έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό Πλανόδιον)



Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

Η παιδική μου ηλικία



Από την παιδική μου ηλικία λίγα πράγματα θυμάμαι. Ότι ταξίδευα ώρα πολύ σε άγνωστους τόπους πριν κοιμηθώ. Ότι συχνά φοβόμουν τις φωνές του ύπνου.

Όταν οι νύχτες άναβαν τ’ άστρα τους κι εγώ μιλούσα στα νερά, με ψελλίσματα λέξεων κι ανέμου φωνήεντα.

Επειδή τότε έμοιαζα πολύ δειλό κοτσύφι σε χέρσο χωράφι. Μαύρα μαλλιά, μάτια μαύρα κι ένα πουκάμισο βρώμικο που το πιο συχνά ήταν κουρέλι. Ένα αδύνατο κοτσύφι χωρίς ηλικία.

Αναζητούσα ότι μετράει την άμμο, ότι συλλαβίζει τα κύματα. Στον χάρτινο τόπο ανάμεσα σ’ ένα ταλαιπωρημένο φεγγάρι και σε μια δυσανάγνωστη ιστορία.

Σ’ ένα βιβλίο που  οι φωνές των ενοίκων κουβέντιαζαν πίνοντας κρασί. Μου έγνεφαν να πιώ μαζί τους. Κρυφά, λόγω που ήμουν ακόμη παιδί.

Σ’ ένα κουτί που μια μάγισσα φύλαγε τις γητειές της κι ένας δολοφόνος έκρυβε το μαχαίρι του.

Ολονυχτίς στο κουτί μου άκουγα την μάνα μου Κλυταιμνήστρα να εξομολογείται τα μυστικά της, τον αδερφό μου Ορέστη να κουβεντιάζει τους εφιάλτες του.


Από την ποιητική συλλογή «Ντιμπούκ. Αναμνήσεις μιας θεατρικής παράστασης» Αθήνα. 2009

Αστροφεγγιά



  
Κοιτάζω το θάνατο στα μάτια σου.
ενώ εσύ
στους χθεσινούς κήπους

ξεκουράζεσαι. Με αλλιώτικο φως,
με άνεμο γιασεμιού
λιγοστό.

Ίσως τίποτε πια
δεν ασκητεύει
στην άγρυπνη νύχτα

μόνο ο σιωπηλός λυγμός
στης καρδιάς
το βυθό

ο λόγος
του πικρού αλατιού
σαν πεθαίνουν

οι λέξεις

κι ανασταίνονται
στων πουλιών το κελάηδημα


Από την ποιητική συλλογή «Ντιμπούκ. Αναμνήσεις μιας θεατρικής παράστασης» Αθήνα. 2009

Σπαράγματα



 
I
Ακουγόταν ακόμη η άκρη απ’ το γέλιο της
ανάμεσα στα άλλα φώτα ομίχλης.

II
Δαγκώνει τα χείλια της
πυκνώνει ξανά η σιωπή
να ματώσουν.

ΙΙI
Ότι κοιτάζει την ταξιδεύει στη μνήμη
στο χαμένο χρόνο    
στον κερδισμένο.

ΙV
Η νύχτα μάτωνε στις πληγές των άστρων
φωτορραγούσε ακατάσχετα

V
Κάθε μέρα προσθέτει λίγη νύχτα στο πρόσωπο  της.

VI
Μην κλαις
μην κλαις το ξημέρωμα
μην κλαις κουβέντες παραλογισμένες της νύχτας.

VII
Είναι οι σκιές που παλεύουν τη ζωή της
στο μακρύ τους ύπνο.

VIIΙ
Έτσι μέσα στο βαθύ όνειρο συναντήθηκαν
μ’ ένα φως από μέρες λησμονημένες
στα πρόσωπα τους.

ΙX
Ήταν νύχτα μέσα της
την πάλευε, της μιλούσε, την καλόπιανε,
εκεί ζούσε.


Μότο από το μυθιστόρημα του Δ. Κούνδουρου «Γυναίκες χωρίς πρόσωπο» Εκδόσεις Εμπειρία Εκδοτική. Αθήνα 2008.


Και για τους δυο μας σ’ αγάπησα



Σκέφτηκα. Εδώ
όλα μπορούν να μιλήσουν.
Έτσι σου μίλησα.

Εδώ όλα μπορούν να υπάρξουν
όσα σκέφτεσαι κι όσα
πρόσωπα ή όνειρα ερωτεύτηκες.

Έτσι σ’ αγάπησα.
Έτσι σε γνώρισα,
Με παντομίμες και με σπασμένα χαμόγελα
σαν ένα αγόρι
με σιωπές και με ντροπές.

Έτσι σ’ αγάπησα.
Και για τους δυο μας
σ’ αγάπησα.

Κοιτάζω συχνά απ’ το παράθυρο
τα πουλιά
να παρασύρονται στον αέρα.

Τα πουλιά να σχηματίζουν λέξεις, όπως :
Χρόνος 
χορός τ’ ανέμου μετρώντας αγγίγματα
άχρονος χρόνος  

Διαβάζω στις λέξεις σιωπή
                               σωπαίνω.
Διαβάζω τις λέξεις
                          σε σκέφτομαι.
Αφουγκράσου. 

Από τη ποιητική συλλογή "Ντιμπούκ. Αναγνώσεις μιας θεατρικής παράστασης" Αθήνα 2009

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Περιμένοντας το κόκκινο να περάσω απέναντι.


 

Έτσι κι αλλιώς όλα έγιναν διαφορετικά. 

Κάθε μέρα έχει το δικό της φως μέσα στα χρόνια.
Αποτιμώντας τα γεγονότα της αγάπης και του θανάτου
Γιατί ποιος γνωρίζει τι έρχεται αύριο.

Λησμονήθηκαν οι ελπίδες 
μέσα στις φωτογραφίες του άλμπουμ.
Μόνον, ένα πρόσωπο στην ταυτότητα,
σε γκρο πλάν.
για όλες τις ηλικίες, για όλους τους ζωντανούς, 
                       για όλους τους νεκρούς,
των ημερολογίων που υπήρξε.  

Στην άδεια πλατεία ο Κρόνος 
ξετυλίγει ένα παραμύθι. 
παραμιλώντας
στα φοβισμένα παιδιά 
ο τρομοκράτης με μια παλιά κραυγή.

Όταν εμείς, 
που δεν είμαστε πια ό, τι είμαστε
και οι άλλοι πίσω μας, χωρίς υποψίες.

Με προσπερνούν.
Ενώ εγώ περιμένω το κόκκινο να περάσω απέναντι.

Στις δύσκολες λέξεις που ξεκλειδώνουν τη σιωπή τους.
Και στις επιθυμίες τους, έστω,
για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου.

Καταμεσής της πλατείας εκείνη τη νύχτα.
Ένας νεκρός νεαρός καταγράφει το μέλλον.  
Με τα μάτια των άλλων.
Σαν αίτημα σκοτεινό μιας σκοτεινής εποχής.
Σαν σύνορο σ’ ένα χωράφι με ξάγρυπνα ηλιοτρόπια.

Ζήτησε και έλαβε ο νεαρός.
Ένα αύριο-αίνιγμα έλαβε.
Ένα μικρό τόπο-σφαγείο έλαβε να εξερευνήσει.
Ξαπλωμένος, με τα γόνατα στο στήθος σφιγμένα.

Αν και είναι αλλού.
Αν και όλα τούτα ελάχιστα τον ενδιαφέρουν.

Ένας θάνατος θηρευτής στ’ αχνάρια της μνήμης ο νεαρός

Δημήτρης Κούνδουρος
 
(από το τρίτο τετράδιο της βροχής)