I
Ακουγόταν ακόμη η άκρη απ’ το γέλιο της
ανάμεσα στα άλλα φώτα ομίχλης.
II
Δαγκώνει τα χείλια της
πυκνώνει ξανά η σιωπή
να ματώσουν.
ΙΙI
Ότι κοιτάζει την ταξιδεύει στη μνήμη
στο χαμένο χρόνο
στον κερδισμένο.
ΙV
Η νύχτα μάτωνε στις πληγές των άστρων
φωτορραγούσε ακατάσχετα
V
Κάθε μέρα προσθέτει λίγη νύχτα στο πρόσωπο της.
VI
Μην κλαις
μην κλαις το ξημέρωμα
μην κλαις κουβέντες παραλογισμένες της νύχτας.
VII
Είναι οι σκιές που παλεύουν τη ζωή της
στο μακρύ τους ύπνο.
VIIΙ
Έτσι μέσα στο βαθύ όνειρο συναντήθηκαν
μ’ ένα φως από μέρες λησμονημένες
στα πρόσωπα τους.
ΙX
Ήταν νύχτα μέσα της
την πάλευε, της μιλούσε, την καλόπιανε,
εκεί ζούσε.
Μότο από το μυθιστόρημα του Δ. Κούνδουρου «Γυναίκες χωρίς πρόσωπο» Εκδόσεις Εμπειρία Εκδοτική. Αθήνα 2008.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου