(εκδ. Εμπειρία, Αθήνα, 2009)
Το κείμενο της Μ. Τριανταφύλλου «Η Δάφνη και το βουνό», αποτελείται από δύο νουβέλες, με τίτλο «Θεώρημα Α» η πρώτη, και «Θεώρημα Β» η δεύτερη.
Το ερώτημα λοιπόν, που τίθεται εξαρχής, στο συγκεκριμένο βιβλίο, είναι η πρόταση την οποία η συγγραφέας επιδιώκει να αποδείξει στους αναγνώστες της.
Πρέπει να παρατηρήσουμε μάλιστα, ότι, δεδομένου ότι πρόκειται για λογοτεχνικά κείμενα, τα βήματα τα οποία οικοδομούν την απόδειξη, είναι τοπιογραφήματα ψυχής και χρωματικές αποχρώσεις ατμόσφαιρας κυρίως, δευτερευόντως δε εξελίξεις που αφορούν στη ροή του μύθου.
Αυτό είναι φανερό κυρίως στο Θεώρημα Α, που έχει τίτλο «Πρωινός περίπατος».
Παρατηρούμε ότι απουσιάζει σ’ αυτό η αγάπη- έρωτας. Εκείνο δηλαδή το συναίσθημα που βρίσκεται αξιωματικά στον αντίποδα του θανάτου. Με άλλα λόγια, η αναφορά στην τελετουργία δημιουργίας της ζωής, ή αλλιώς στο θεμελιακό υπόβαθρο της αθανασίας. Αντίθετα από το κείμενο ξεχειλίζει μια σπαραχτική αγάπη, ένα έντονο συναίσθημα ανάμεσα στην Δάφνη και τον πατέρα της. Στο φόντο της κυρίαρχης αυτής σχέσης, σκιαγραφείται αδρά μια διάχυτη τρυφερότητα, κυρίως ανάμεσα στην Δάφνη και τον Στέργιο.
Γύρω από αυτές τις δύο φωτεινές αγάπες-τρυφερότητες, η ατμόσφαιρα είναι μουντή, δηλητηριασμένη, αδιέξοδη. Τα πρόσωπα, περαστικά ή όχι, περιγράφουν τις δικές τους πορείες προς το κενό, τα δικά τους αδιέξοδα που αναπνέουν σε μια ατμόσφαιρα μίσους και απαξίωσης.
Εντέλει αυτό που επιστρέφει ξανά και ξανά πίσω από πρόσωπα και καταστάσεις, είναι ο θάνατος και η πορεία προς αυτόν। Η σχέση μας με αυτόν μέσα από τα αδιέξοδα της καθημερινότητας μας.
Η κωμόπολη Ρομηνή που αποτελεί το σκηνικό που εκτυλίσσεται το δράμα, είναι μια ζωντανή υπερ-προσωπικότητα, μια περσόνα, που καθορίζει τους ρόλους των άλλων προσώπων, που παίζει με τη ζωή τους, ενώ παράλληλα τους κρατά κατά κάποιο τρόπο φυλακισμένους, μια που η θάλασσα (η οποία ίσως αποτελούσε τη μόνη διέξοδο δραπέτευσης), αντιμετωπίζεται από τη Δάφνη με καχυποψία, σαν μια νέα, ίσως, παγίδα, την οποία πρέπει να αποφύγει.
Η πόλη λοιπόν, οι πλατείες της, οι δρόμοι και οι υπηρεσίες της, το Λούνα Παρκ, ο ραδιοφωνικός της σταθμός (άραγε η φωνή της πόλης; Μια φωνή που εκπέμπει σκληρότητα, ξενοφοβία, λογική βίας κ.λ.π.). Και ασφαλώς η γενικότερη ατμόσφαιρα που υπάρχει στην πόλη αυτή, στην πόλη – παγίδα.
Αν και τελικά αποδεικνύεται ότι υπάρχει η δυνατότητα απόδρασης απ’ την πόλη.
Ο πρωινός περίπατος στο «Μεγάλο Ακρωτήρι» είναι μια πρώτη απόπειρα δραπέτευσης। Το μεγάλο ακρωτήρι, είναι ένας τόπος προσωπικός ένα «ιερό άβατο», στον οποίο η Δάφνη θα παίξει με το θάνατο, θα σταθεί στο χείλος του γκρεμού, κυριολεκτικά, προσπαθώντας να γνωρίσει το θάνατο, λουσμένη στο πρωινό φως, μόνη κατάμονη με τη μουσική μονάχα της ανάσας της, απέναντι στον θάνατο.
Και ερχόμαστε στον μεγάλο πρωταγωνιστή. Στην παρουσία του Θανάτου. Ο Θάνατος που είναι παρόν σε όλο το κείμενο. Μέσα από την πραγματικότητα του θανάτου του πατέρα της Δάφνης, στην τελετή του μνημόσυνου , ακόμη και στον συμβολικό θάνατο του εμβρύου παιδιού που εγκυμονούσε η μητέρα της Δάφνης, που ήταν η Δάφνη, αλλά και μέσα από τον φόνο-θυσία του άγνωστου άντρα, στο βωμό- καθαρτήριο του «Μεγάλου Ακρωτηρίου».
Άλλωστε μέσω του Θανάτου, μέσω της τελετουργίας του Θανάτου, θα βιώσει η ηρωίδα, στην αρχή του κειμένου, την παρουσία του Θεού, και εν τέλει θα απαιτήσει από τον Στέργιο την αγάπη- αντίδοτο του θανάτου, με την οποία ολοκληρώνεται το κείμενο.
Το δεύτερο κείμενο που επιγράφεται «Θεώρημα 2: Το θαύμα του χιονιού», προσεγγίζει με ένα διαφορετικό τρόπο, το θέμα της αγάπης και του θανάτου. Η Ευδοκία χάνει το μωρό της αμέσως μετά τη γέννα και το θάβει σε μια μυστική σπηλιά, κατοικία σύμφωνα με τους χωρικούς, δαιμόνων με μάτια κόκκινα, που κανείς δεν επισκέπτεται, παρεκτός τα φαντάσματα και τ’ αγρίμια.
Φυλά το μυστικό της και πορεύεται για χρόνια με ερωτήματα, όπως είναι η φύση του Θεού, τα σώματα των νεκρών παιδιών μετά την ταφή ή έστω μετά την Ανάσταση, πολλές φορές σε μια κατάσταση παραληρηματική, μια κατάσταση που με δυσκολία συγκρατούσε το σώμα της να μην αυτονομηθεί απ’ τη λογική, να μην σκάψει τον τάφο να ξαναπάρει το παιδί της απ’ τη γη.
Μέσα στην κλειστοφοβική και μοναχική αυτή κατάσταση, παρεισφρύει ο κόσμος του χωριού, αρχικά με την μορφή της γριάς Αλεξάνδρας, έμπειρης του θανάτου (πέντε παιδιών) και γνώστης των σχετικών τελετουργιών του, και αργότερα με άλλα πρόσωπα.
Κάποια στιγμή το άβατο της σπηλιάς καταργείται। Ξένοι και ντόπιοι βεβηλώνουν την κατοικία των πνευμάτων, την σπηλιά- τάφο του γιού της. Αλαφιάζεται η Ευδοκία απ’ τα νέα. Τρέχει να προλάβει. Μάταια. Οι ειδήσεις ξεκλειδώνουν τα ερωτήματα και τους φόβους της, … βρέθηκε λένε σώμα νεκρού, στην ηλικία που θα ήταν ο γιός της, αν ζούσε. Άρα, συμπεραίνει, το παιδί της δεν είχε πεθάνει μετά τον θάνατό του. Ζούσε, μεγάλωνε εκεί, κάτω απ’ το χώμα.
Τρέχει αλλοπαρμένη να το σώσει από τους ξένους, που θα το κόψουν, που θα το θανατώσουν για δεύτερη φορά με ατιμωτική βεβήλωση, για να το μελετήσουν. Οι ξένοι αναγνωρίζουν την παραφροσύνη στο φέρσιμο της, προσπαθούν να τη σταματήσουν. Δεν χρειάζεται. Ο Θεός προστρέχει σε βοήθεια της, ένας σεισμός ταράζει τα σωθικά του βουνού, σειέται η γη, οι άνθρωποι σκιάζονται, η γυναίκα αναγνωρίζει και ευχαριστεί τη θεία παρουσία, πηδάει στον τάφο αγκαλιάζει το σώμα και πεθαίνει δοξάζοντας το Θεό.
Ασφαλώς και δεν έχει καμιά σημασία ότι το θαύμα τελικά είναι ψευδεπίγραφο για τη λογική των λογικών. Για την γυναίκα υπήρξε το βίωμα της αποκάλυψης του θείου, η ανάσταση των νεκρών.
Είναι άραγε ο Θεός, ή το Θαύμα, ζήτημα οπτικής γωνίας στη θέαση της πραγματικότητας;
Αυτό, νομίζω, είναι και η προς απόδειξη πρόταση των δύο θεωρημάτων.
Το κείμενο αναπτύσσεται σαν εξέλιξη μιας τελετής. Η συγγραφέας περιγράφει τα διάφορα στάδια της, τοποθετώντας τα πρόσωπα, αλλά και τις συμπεριφορές τους μέσα σ’ αυτήν.
Μπορούμε να διακρίνουμε τα εξής στάδια στην τελετή:
Η ατμόσφαιρα στην καλύβη. Η γυναίκα θρηνεί το νεκρό της παιδί. Η παρουσία της γριάς Αλεξάνδρας, έμπειρης του θανάτου και πρέσβειρας των νεκρών στη σκηνή.
Η ταφή του βρέφους στην σπηλιά. Τα τελετουργικά και τα εργαλεία. Το ξενύχτι στον τάφο. Το μοιρολόι. Η κάθαρση.
Η ανάκληση της μνήμης και οι επισκέψεις στον ταφικό τόπο.
Η σκληρότητα του εχθρικού ανθρώπινου χορού των κυνηγών, που εχθρεύονται την ζωή, αλλά τιμούν - φοβούνται την Ευδοκία και της αφιερώνουν αναθήματα τα σκοτωμένα ζώα.
Η εξομολόγηση στην γριά Αλεξάνδρα και το παραμύθι με το φεγγάρι.
Η αρρώστια της Ευδοκίας και η εξαφάνιση-ανακάλυψη του Ευθύμη στη σπηλιά.
Η ανακάλυψη του μουμιοποιημένου προϊστορικού σώματος του κυνηγού, που σηματοδοτεί την διαχρονική ιερότητα της σπηλιάς σαν τόπο ανάπαυσης των νεκρών.
Το «θαύμα» του σεισμού και το πέρασμα εντέλει της Ευδοκίας στον κόσμο των νεκρών.
Το σκηνικό μέσα στο οποίο εξελίσσεται η τελετή που προαναφέραμε, είναι ένα απομονωμένο χωριό στους πρόποδες ενός βουνού. Η καλύβα της Ευδοκίας, αλλά και ο περίγυρος, συμμετέχει ενεργά στην διαμόρφωση μιας παγερής ονειρικής ατμόσφαιρας, που τοποθετείται ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και στον κόσμο των ψυχών. Το βουνό είναι ζωντανό, η Ευδοκία άκουγε τις ανάσες του. Περίεργα όντα εμφανίζονται. Η αρκούδα και το φάντασμα της γυναίκας κυνηγού. Η γη ζωντανεύει την κρίσιμη στιγμή, σείεται, σπεύδει σε βοήθεια της ηρωίδας.
Με άλλα λόγια το σκηνικό δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μια προβολή στο κείμενο, του ψυχικού κόσμου της ηρωίδας, που όσο προχωρά η εξέλιξη της ιστορίας, μετατοπίζεται διαρκώς και περισσότερο προς τον κόσμο των πνευμάτων.
Αυτό εξάλλου εξυπηρετείται από την συνεχή εναλλαγή αντικειμενικής και υποκειμενικής γραφής, καθώς και από τη συχνότατη επανάληψη των σκέψεων και των εντυπώσεων της ηρωίδας, στο κείμενο.
Σηματοδοτείται δηλαδή τόσο το πέρασμα από την αντικειμενική στην υποκειμενική πραγματικότητα, όσο και η στρέβλωση της αντικειμενικής πραγματικότητας από την ηρωίδα. Παράλληλα ο παραληρηματικός λόγος, μας επιτρέπει «την κατανόηση» και μας οδηγεί στην «ταύτιση» με την «παραφροσύνη» της.
Όλα όσα προαναφέραμε κατατάσσουν τα κείμενα της Μαρώς Τριανταφύλλου, σε εκείνη την ιδιαίτερη και ολοένα σπανιότερη σήμερα κατηγορία των λογοτεχνικών έργων, που επιδιώκουν, όχι να ξεγελάσουν τον αναγνώστη με ευκολοδιάβαστα, τύπου «γυναικείας γραφής», μυθιστορήματα, αλλά αντίθετα τολμούν να σκιαγραφήσουν την ανθρώπινη ψυχή, στους κρυφούς εκείνους τόπους, στις μυστικές στιγμές που το υποσυνείδητο μας ορθώνεται απειλητικό, να μας γκρεμίσει στον παραλογισμό και στην τρέλα।
Η συγγραφέας δουλεύει τη γλώσσα, αλλά και τη ροή του μύθου με επαναλήψεις, χρησιμοποιώντας ρυθμούς που, υπογείως αλλά εμφανώς στους επαρκείς αναγνώστες, δημιουργούν ψυχολογικούς συνειρμούς και τοπία συναισθηματικά, τα οποία έχουν κλιμακούμενη ένταση και κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.
Άλλωστε ένας συγγραφέας πρωτίστως είναι ποιητής ρυθμών, ρυθμοποιός, (ενίοτε, ηθελημένα ασφαλώς, και καταστροφέας ρυθμών).
Παρακολουθούμε εντέλει μια εσωτερική εξέλιξη του μύθου παράλληλα με την εξωτερική।
Ενδιαφέρον άλλωστε παρουσιάζουν οι ομοιότητες του κειμένου της κ। Τριανταφύλλου, με τις γιαπωνέζικες ταινίες, που πριν λίγες δεκαετίες μας είχαν γνωρίσει τον γιαπωνέζικο σκληρό, απάνθρωπο μυστικισμό, που σύντριβε τους ανθρώπους, που τους παγίδευε σε αβάσταχτους τρόμους, όταν τα πνεύματα των αδικοχαμένων ψυχών, επέστρεφαν στην καθημερινότητα τους. Μαύρες φιγούρες σε σκοτεινά τοπία. Φαντάσματα.
Η συγγραφέας τοποθετεί τους ανθρώπους, στο φυσικό τους περιβάλλον. Το τοπίο τους περιέχει και τους καθορίζει. Για παράδειγμα αναφέρει στη σελ 92 : «μέσα στη σιωπή του χιονιού ακούστηκε η φωνή της, όπως των άλλων ζωντανών του βουνού, μία ανάμεσα στα άλλα ζωντανά του βουνού, των πεινασμένων πουλιών το κρώξιμο, όπως το κάλεσμα των λύκων, όπως το μουγκανητό των πλανημένων ελαφιών που ξέκοψαν κατά λάθος απ’ το κοπάδι και φοβισμένα καλούν τους συντρόφους τους».
Αλλά και τα τοπία αποτελούν υλοποίηση της ψυχογραφίας των ηρωίδων, όπου η παγωνιά απεικονίζεται, σαν σε καθρέφτη σε μια αμφίδρομη σχέση. Σχέση που, υπό προϋποθέσεις, οδηγεί σε εξημέρωση του, ώστε να γίνει δυνατή η επιβίωση. Γιατί αφού το τοπίο εικονογραφεί την ψυχή, τότε όλα όσα συμβαίνουν εξελίσσονται μέσα της.
Αυτή η υπερβατική προσέγγιση απαιτεί ένα λογοτεχνικό ύφος και μια γλωσσική έκφραση αντίστοιχη. Έτσι η γλώσσα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας, είναι ιδιαίτερα ποιητική και ρέουσα, συχνά μάλιστα θυμίζει ήχους απ’ τον Παπαδιαμάντη και τους άλλους κλασικούς της ελληνικής λογοτεχνίας.
Είναι μια γλώσσα προερχόμενη από εκείνη τη γενιά, που στοίχειωσε τη γραφή της σημερινής γενιάς των λογοτεχνών, και η οποία παρά τις όποιες προσπάθειες υπέρβασης, συχνότατα εμφανίζεται στα καλά κείμενα τους।
Ολοκληρώνοντας, οφείλω να σημειώσω, ότι το βιβλίο της Μαρώς Τριανταφύλλου αναφέρεται σε δύο στοιχειακούς μύθους, με υπερβατικά χαρακτηριστικά παραμυθιού, όπου ο κόσμος των πνευμάτων και των ζώντων υπάρχουν παράλληλα। Μύθους παλιούς, που πλάταιναν κάποτε τον κόσμο, που άνοιγαν πόρτες στη φαντασία μας, όταν όλα γύρω απ’ τους ανθρώπους αποκτούσαν οντότητα, φωνή, ιστορία.
Μύθους που ζωντάνευαν τα βράχια-γριές, τα αιωνόβια δέντρα, τους αστερισμούς με τα περίεργα σχήματα, τις πηγές που σύχναζαν καλοκάγαθα ή κακόβουλα πνεύματα, τις μυστικές σπηλιές, τις σκιές των νεκρών που βάδιζαν χέρι χέρι με τους ζωντανούς.
Η Μαρώ Τριανταφύλλου πέτυχε να μας μεταδώσει, το αμετάδοτο. Να μας μεταφέρει στον τόπο, που η σύγχρονη εποχή μας τον μετάβαλλε σε ου-τόπο.
Όσο και αν η μορφή κάθε πεζού κειμένου είναι πεπερασμένη, προϋποθέτει περιορισμούς και συμβιβασμούς। Η χρήση συμβόλων και μιας αίσθησης του υπεραισθητού που διαθέτει, μετασχημάτισε ένα πεζογράφημα σε ποίημα αισθητικής πληρότητας.
Μας επέτρεψε εντέλει να ρίξουμε μια, σύντομη έστω ματιά, στο απροσπέλαστο της «κοινής» ψυχής της ανθρωπότητας.
Πραγματικά, νομίζω είναι λυπηρό, που η περιορισμένη αναγνωσιμότητα της ελληνικής γλώσσας, δεν θα επιτρέψει στα κείμενα της κ. Τριανταφύλλου, να διαβαστούν από ένα ευρύτερο κοινό, πέρα απ’ τα σύνορα μας. Δεν θα επιτρέψει να ταξιδέψουν στις καρδιές των ανθρώπων πέρα απ’ τα σύνορα μας. Σε κάθε περίπτωση, ας κρατήσουμε το δώρο που μας έκαμε η συγγραφέας με το βιβλίο αυτό, σαν πολύτιμο απόχτημα, σαν ένα απόχτημα που μας πλουτίζει πνευματικά, σε μια τόσο στενάχωρη και δύσκολη εποχή.
Δημήτρης Κούνδουρος